Διεθνή

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία: Οι αιτίες, η αφορμή και οι συνέπειες

Του Χρήστου Καβέτσου – Απόφοιτο του τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου

 

Η εισβολή των ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Ουκρανία αποτελεί αναμφίβολα μια μεγάλη απειλή για την ειρήνη και την ασφάλεια στην Ευρώπη, 77 περίπου χρόνια μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι πολιτικές, δημοσιογραφικές και επιστημονικές αναλύσεις που έχουν διεξαχθεί επί του ζητήματος είναι αναρίθμητες και συχνά αντικρουόμενες. Κάποιες άλλες, για μια κατάσταση τόσο σύνθετη, όσο και δυναμική, όπως αυτή στην Ουκρανία, ήταν μάλλον πρόωρες και ως εκ τούτου, ανακριβείς ως προς τις προβλέψεις τους. Σε κάθε περίπτωση πάντως, σχεδόν 1,5 μήνα μετά την έναρξη αυτού του οδυνηρού και αναχρονιστικού πολέμου, θεωρώ πως βρισκόμαστε στο κατάλληλο χρονικό σημείο για να προσεγγίσουμε το θέμα επαρκώς και να εκτιμήσουμε ουσιωδώς τι οδήγησε την Ευρώπη σε αυτόν τον όλεθρο, καθώς και τι θα πρέπει να αναμένουμε μετά την συνθηκολόγηση μεταξύ των δύο πλευρών.

 

Οι αιτίες

Οι βασικές αιτίες της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία είναι επί της ουσίας τρεις και εκ των πραγμάτων αλληλένδετες. Πρώτον, ύστερα από 20 και πλέον χρόνια στη θέση του Προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας, θα πρέπει να θεωρείται ως δεδομένο ότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν έχει υποστεί τόσο προσωπική, όσο και θεσμική φθορά. Για τον λόγο αυτόν, μέσω της δημιουργίας μιας κλιμακούμενης διεθνούς κρίσης, όπως αυτής που ξεκίνησε στην Ουκρανία και πλέον επηρεάζει αρνητικά πολλές χώρες του πλανήτη, ο Πρόεδρος Πούτιν, με απώτερο σκοπό να διατηρήσει το αξίωμά του, έχει θέσει δύο μεσοπρόθεσμους στόχους. αφενός να διαχωρίσει τους συμμάχους του από τους εχθρούς του, τόσο εντός της κυβέρνησης, όσο και εκτός και αφετέρου, να στρέψει τον ενωμένο ρωσικό λαό απέναντι σε προκαθορισμένες εσωτερικές και εξωτερικές απειλές. Η δημιουργία εθνικών απειλών από τον ηγέτη ενός κράτους συνιστά ένα συνηθισμένο αλλά αποτελεσματικό πολιτικό τέχνασμα (ειδικά όταν αυτές οι απειλές είναι ασαφείς) προκειμένου να ενωθεί ο ταλαιπωρημένος λαός στο πρόσωπο του ίδιου του ηγέτη και έστω προσωρινά, να υποβαθμίσει την αξία των πραγματικών του προβλημάτων. Ακολουθώντας αυτή τη διαδικασία, λοιπόν, ο Πρόεδρος Πούτιν ελπίζει πως θα παρατείνει τον χρόνο παραμονής του στην ηγεσία της Ρωσίας.

Δεύτερον, η συνεχής επέκταση του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη κρίνεται από τη ρωσική κυβέρνηση ως μια κατάσταση που δημιουργεί μια υπαρξιακή απειλή για τη Ρωσία. Ακόμα κι αν ο απώτερος σκοπός του ΝΑΤΟ είναι η εδραίωση της ασφάλειας στις περιοχές που δραστηριοποιείται μέσω της συνεχούς αύξησης της αποτρεπτικής ισχύος των κρατών – μελών του, είναι ξεκάθαρο πως η Ρωσία αντιμετωπίζει το ζήτημα εντελώς διαφορετικά. Κρίνοντας την κατάσταση από την οπτική γωνία του Προέδρου Πούτιν αποτελεί γεγονός ότι τα δύο τελευταία αναχώματα της χώρας του απέναντι στη δυτική επεκτατικότητα προς την Ανατολική Ευρώπη είναι η Λευκορωσία και πολύ λιγότερο πλέον, η Ουκρανία. Ο Πρόεδρος της Ρωσίας αισθάνεται περικυκλωμένος από τους νικητές του Ψυχρού Πολέμου και σε συνδυασμό με τις προσωπικές του φιλοδοξίες, όπως τις περιγράψαμε στην προηγούμενη παράγραφο, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να απεγκλωβιστεί.

Η τρίτη και ίσως η πιο σπουδαία αιτία αυτού του πολέμου είναι η αναθεωρητική στρατηγική που απροκάλυπτα πλέον ακολουθεί η ρωσική κυβέρνηση. Είναι εμφανές ότι η σημερινή ηγεσία της Ρωσίας δεν επιθυμεί να συμβιβαστεί με το παγκόσμιο μεταψυχροπολεμικό σύστημα και για τον λόγο αυτόν επιδιώκει εμπράκτως να ανατρέψει αυτό το σκηνικό που λειτουργεί σε βάρος της. Μέσω της χρήσης βίας ο Πρόεδρος Πούτιν και το επιτελείο του παραβιάζουν τις διεθνείς συνθήκες που καθορίζουν τον τρόπο λειτουργίας της σύγχρονης διεθνούς κοινότητας και διασφαλίζουν την παγκόσμια ειρήνη και την ασφάλεια, θεωρώντας ότι με αυτή την εκβιαστική μέθοδο θα κατορθώσουν να δημιουργήσουν ένα διεθνές καθεστώς που θα εξυπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα. Σαφώς, όπως η ιστορία μας έχει διδάξει πολλές φορές, ήδη από την εποχή του Θουκυδίδη, μόνο απροσδόκητη δεν μπορεί να θεωρηθεί η περιγραφείσα εξέλιξη.

 

Η αφορμή

Σύμφωνα με τη ρωσική κυβέρνηση, αφορμή για την εισβολή στην Ουκρανία στάθηκε η συνεχιζόμενη άδικη μεταχείριση που υφίστανται οι Ρώσοι ομογενείς από την Ουκρανική Πολιτεία. Έτσι, για να τους προστατέψει η «μητέρα πατρίδα» από τις αυθαιρεσίες της γείτονος χώρας, αποφασίστηκε η αποστολή στρατευμάτων στο ουκρανικό έδαφος και η βίαιη προσάρτηση ορισμένων περιοχών της Ανατολικής Ουκρανίας στη Ρωσία.

Αυτή η συνειδητή παρερμήνευση του Διεθνούς Δικαίου εξυπηρετεί τους απώτερους σκοπούς της ρωσικής αναθεωρητικής στρατηγικής που περιγράψαμε νωρίτερα. Παράλληλα, οι ομοιότητες μεταξύ της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο είναι εξόφθαλμες. Σε αυτό το σημείο παρατηρούμε μια ανησυχητική ταύτιση απόψεων μεταξύ των δύο μεγάλων ηττημένων του 20ου αιώνα (στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής), δηλαδή της Τουρκίας (κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα) και της Ρωσίας (κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα). Οι καταγγελίες για τις αδικίες που υφίστανται οι ρωσικής καταγωγής κάτοικοι της Ουκρανίας δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν στο σύνολό τους αλλά ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι ισχύουν, η ρωσική εισβολή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε κατ’ ελάχιστον, μήτε σε ηθικό, μήτε σε νομικό επίπεδο. Η προβλεπόμενη από το Διεθνές Δίκαιο δικαστική οδός που μπορεί να ακολουθήσει μια μειονότητα που αποδεδειγμένα υφίσταται άδικη μεταχείριση από τα όργανα του κράτους στο έδαφος του οποίου διαμένει είναι εντελώς αναίμακτη και σίγουρα πιο αποτελεσματική.

 

 

Οι συνέπειες

Σε ατομικό επίπεδο, ίσως η χειρότερη συνέπεια του πολέμου είναι η απώλεια την ανθρώπινης ζωής και ταυτοχρόνως, η υποβάθμιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Οι συγγενείς και οι φίλοι των θυμάτων του πολέμου καλούνται να αποδεχθούν τον μάταιο θάνατο των αγαπημένων τους προσώπων και κατόπιν, υποχρεώνονται να συνεχίσουν τη ζωή τους δίχως αυτούς. Ο πόλεμος είναι ένα γεγονός που έχει επαναληφθεί κυριολεκτικά αναρίθμητες φορές στην ιστορία του ανθρώπινου είδους, σε διαφορετικές περιοχές και υπό διαφορετικές συνθήκες και παρά τη φρίκη που κάθε φορά σπέρνει φαίνεται πως ο άνθρωποι αρνούνται πεισματικά να εξαλείψουν ή έστω να περιορίσουν αυτή την αυτοκαταστροφική έκφανση της ίδιας τους της φύσης.

Σε διακρατικό επίπεδο, για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο πόλεμος αυτός θα αποτελέσει την αφετηρία για πολλές αλλαγές, ιδίως στον τομέα της οικονομίας. Αρχικά, η Ένωσή μας θα πρέπει να αυτονομηθεί ενεργειακά το συντομότερο δυνατό, καθώς αποδείχθηκε εμπράκτως ότι η Ρωσία αποτελεί έναν αναξιόπιστο προμηθευτή ενέργειας. Οι ανάγκες των Ευρωπαίων καταναλωτών επιτάσσουν τη σύναψη συμβάσεων που θα εγγυώνται τη διαρκή παροχή φθηνής και φιλικής προς το περιβάλλον ενέργειας, όπως περιγράφω και στο άρθρο μου με τίτλο «Πυρηνική Ενέργεια: Η λύση για την ενεργειακή αυτονομία της ΕΕ;». Επίσης, φαίνεται πως είναι εξίσου σημαντικό να αυτονομηθούμε σταδιακά και στον τομέα των πρώτων υλών, ούτως ώστε να αποφύγουμε το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής, λόγου χάρη, επισιτιστικής κρίσης εξαιτίας διεθνών αναταραχών. Καθότι πρόκειται για μια χρονοβόρα αλλά και δαπανηρή διαδικασία, στο μεσοδιάστημα, είναι μείζονος σημασίας να υπογράψουμε συμφωνίες παροχής πρώτων υλών από αξιόπιστες χώρες – προμηθευτές.

Για τις ΗΠΑ, οι βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία είναι λιγότερες σε σύγκριση με αυτές που υφίσταται η Ευρωπαϊκή Ένωση. Εντούτοις, σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, είναι φανερό πως οι υπερατλαντικοί μας σύμμαχοι θα πρέπει να αποτρέψουν το ενδεχόμενο μιας περαιτέρω σύσφιξης των σχέσεων μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας, ακολουθώντας τα διδάγματα του κορυφαίου ακαδημαϊκού διεθνολόγου Χένρυ Κίσινγκερ. Κατά ένα πιθανό σενάριο, μια στενότερη συνεργασία μεταξύ της Ρωσίας και της Κίνας, με κοινό αντίπαλο τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ και σε συνδυασμό με τη διάνοιξη νέων οδών ναυσιπλοΐας στον Βόρειο Παγωμένο Ωκεανό, εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, θα μπορούσε δυνητικά να επιφέρει ένα υπολογίσιμο πλήγμα στη δυτική οικονομία, καθώς θα δραστηριοποιηθούν πολλά λιμάνια της βόρειας Ρωσίας και μέσω αυτών, ο χρόνος και το κόστος της μεταφοράς των εμπορευμάτων από την Ευρασία προς την Αμερική, αλλά και το αντίστροφο, θα μειωθούν σημαντικά, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη ρωσική και την κινεζική οικονομία.

 

Για τη Ρωσία, η κατάσταση είναι πιο συγκεκριμένη και σίγουρα πιο δύσκολη σε σύγκριση με οποιοδήποτε άλλο εμπλεκόμενο κράτος. Εξαιτίας των δυτικών κυρώσεων, το πλήγμα στη ρωσική οικονομία είναι τεράστιο. Αν ο Πρόεδρος Πούτιν δεν κατορθώσει να εξασφαλίσει ευρεία οικονομική στήριξη από την Κίνα, είτε κρυφά, είτε φανερά, τότε το εγχείρημά του είναι καταδικασμένο να αποτύχει. Η Ρωσία, με ΑΕΠ περίπου 1,6 τρις δολάρια είναι πρακτικά αδύνατο να αντέξει τα συνδυασμένα χτυπήματα της Δύσης στην οικονομία της, πόσο μάλλον να απαντήσει, όταν μόνο το ΑΕΠ του μεγάλου της αντιπάλου, των ΗΠΑ, προσεγγίζει τα 19,4 τρις δολάρια. Ως εκ τούτου, τυχόν αποτυχία του Προέδρου Πούτιν να καταστήσει την Ουκρανία ένα κράτος – δορυφόρο της Ρωσίας, όπως κάποτε, θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμα και την πολιτική του ανατροπή εκ των έσω.

Η Κίνα, μέσω αυτής της διεθνούς αναταραχής, αποκτά ένα σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα, καθότι το ΝΑΤΟ και πρωτίστως οι ΗΠΑ, ελπίζουν ότι δεν θα στηρίξει, τουλάχιστον σε μεγαλύτερο βαθμό, την κατά τ’ άλλα φιλική προς την ίδια Ρωσία. Χωρίς να υπολογίσουμε τις οικονομικές κυρώσεις που υφίσταται από τη Δύση, ο πόλεμος στην Ουκρανία στοιχίζει στη Ρωσία περίπου 15 δις δολάρια την ημέρα. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η εισβολή στην Ουκρανία έχει ξεκινήσει από τις 24 Φεβρουαρίου και μαίνεται μέχρι σήμερα, με μια γρήγορη εκτίμηση μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε ότι η Κίνα μάλλον χρηματοδοτεί τη Ρωσία και μάλιστα σε πολύ μεγάλο βαθμό. Έτσι λοιπόν, είναι φανερό ότι η Κίνα εκμεταλλεύεται τη θέση ισχύος που κατέχει σε αυτή τη διένεξη και επιδιώκει να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στο διεθνές σκηνικό, σαφέστατα δια της απαιτήσεως ανταλλαγμάτων, που για την ώρα όμως παραμένουν άγνωστα στο ευρύ κοινό.

 

Συμπερασματικά, εξαιτίας της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία συντελούνται μεγάλες γεωπολιτικές αλλαγές, οι οποίες θα επηρεάσουν πολυεπίπεδα όλες τις εμπλεκόμενες χώρες, είτε αυτές εμπλέκονται άμεσα, είτε έμμεσα. Για την ώρα, ας ευχηθούμε ότι αυτός ο πόλεμος θα τελειώσει το συντομότερο δυνατό και ότι η ρωσική κυβέρνηση θα αποσύρει τις παράλογες αξιώσεις της. Και φυσικά, τέλος, ας ελπίσουμε ότι το μέλλον επιφυλάσσει μια καλύτερη διακυβέρνηση για τον ρωσικό λαό.

Διαβάστε επίσης