Ελλάδα

Μια σύντομη πολιτική ανάλυση

Χρήστος Καβέτσος, Απόφοιτος τμήματος δημόσιας διοίκησης Παντείου

Σε αυτό το άρθρο θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε το σημερινό πολιτικό σκηνικό με βάση το σύνολο των δημοσκοπήσεων, τις αποφάσεις της κυβέρνησης, τις δηλώσεις των ίδιων των πολιτικών και των κομμάτων τους, τις απόψεις των δημοσιογράφων αλλά και όλων εκείνων που έχουν πρόσβαση στον δημόσιο λόγο και εν συνεχεία, να καταλήξουμε σε ορισμένα ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

 

Για τη Νέα Δημοκρατία

Μετά από μια σειρά διεθνών, ευρωπαϊκών και εθνικών κρίσεων, φαίνεται πως οι απώλειες για τη Νέα Δημοκρατία είναι λιγότερες από αυτές που εκτιμούσαν ή ακριβέστερα, ήλπιζαν οι αντίπαλοί της. Το κόμμα, υπό την Προεδρία του Κυριάκου Μητσοτάκη, έχει καταφέρει να σχηματίσει μια εκ των πραγμάτων ανθεκτική αυτοδύναμη κυβέρνηση η οποία, ύστερα από την πανδημία και την πολύμηνη καραντίνα, τις φυσικές καταστροφές, τόσο τον χειμώνα, όσο και το καλοκαίρι, την άνοδο του πληθωρισμού, την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και τη σχετική διαχείριση του ζητήματος αυτού, την ενεργειακή κρίση αλλά και την πρόσφατη έξαρση της τουρκικής επιθετικότητας, παραμένει όρθια και ισχυρή. Αυτές οι οξείες και παράλληλα εξελισσόμενες  κρίσεις δεν έχουν κατορθώσει να προκαλέσουν μεγάλο πλήγμα στη ΝΔ, καθώς σε όλες τις δημοσκοπήσεις, ανεξαιρέτως, παραμένει πρώτο κόμμα, είτε με μικρή, είτε με μεγάλη διαφορά από το δεύτερο. Την ίδια στιγμή, η πλειοψηφία των αντιπολιτευτικών διαδηλώσεων που διεξάγονται ανά την Ελλάδα από το 2019 και ύστερα, επιβεβαιώνουν στην πράξη τις εκτιμήσεις των δημοσκόπων διότι κάθε άλλο παρά μαζικές είναι.

Παλαιότερα, μία και μόνο κρίση ήταν αρκετή για να ανατρέψει την κυβέρνηση μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Εντούτοις, στην περίπτωση της ΝΔ με τη σημερινή της μορφή αυτό δεν ισχύει ούτε κατ’ ελάχιστον. Χάρη στην εξαιρετική επικοινωνιακή διαχείριση όλων αυτών των κρίσεων αλλά και στη βαθιά γνώση που διαθέτει το κυβερνητικό επιτελείο για τη νοοτροπία του μέσου Νεοέλληνα, η σημερινή κυβέρνηση όχι μόνο κατόρθωσε να υποστεί τις λιγότερες δυνατές φθορές αλλά και να μην επωφεληθούν από αυτές τις φθορές οι μεγάλοι της αντίπαλοι. Η άσκηση επιδοματικής πολιτικής, η διαρκής και στοχευμένη σύγκριση των εθνικών δεικτών με τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς, η έναρξη ή και η ολοκλήρωση μεγάλων δημοσίων έργων αλλά και η πραγματοποίηση αναρίθμητων ξένων επενδύσεων σε όλους τους τομείς της ελληνικής οικονομίας φαίνεται πως είναι ικανά για να αντισταθμίσουν τα αποτελέσματα όλων αυτών των απανωτών κρίσεων στην καρδιά και κυρίως, στην τσέπη του μέσου πολίτη.  Παράλληλα, προβλέπεται πως η δημιουργία νέων πολιτικών κομμάτων – αναχωμάτων θα μπορέσει να συγκρατήσει επαρκώς στις επόμενες εκλογές τυχόν εισροές δυσαρεστημένων πολιτών προς το μεγάλο κόμμα της αντιπολίτευσης.

 

 

Για τον ΣΥΡΙΖΑ

Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης πρόσφατα ξεπέρασε τον ίδιο του τον εαυτό διεξάγοντας για πρώτη φορά στην ιστορία του εκλογές ανοιχτού τύπου για την ανάδειξη του Προέδρου του κόμματος αλλά και των μελών της Κεντρικής Επιτροπής. Τα ποσοτικά και τα ποιοτικά στοιχεία των ψηφοφόρων στις εσωκομματικές εκλογές του ΣΥΡΙΖΑ απέδειξαν ότι το κόμμα αυτό έχει καταφέρει να διατηρήσει γνήσιο λαϊκό έρεισμα παρά τις πολιτικές αντιξοότητες. Ταυτοχρόνως, το αποτέλεσμα των εκλογών αυτών δείχνει πως ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει ένα κόμμα προσωποπαγές και δεν διαθέτει, τουλάχιστον για την ώρα, στελέχη ικανά να αναλάβουν την ηγεσία του και να διατηρήσουν ή να αυξήσουν τα ποσοστά του τόσο αποτελεσματικά όσο το κάνει εδώ και αρκετά χρόνια ο Αλέξης Τσίπρας.

Τα λάθη του παρελθόντος αλλά και η ανάληψη κυβερνητικών καθηκόντων έχουν υποχρεώσει εκ των πραγμάτων την ηγεσία του κόμματος να εφαρμόσει μια αντιπολιτευτική τακτική πιο μετριοπαθή σε σύγκριση με αυτή που ακολουθούσε πριν από το 2015. Εντούτοις, αυτή η τακτική, σε μια περίοδο βαθέων κρίσεων, εγκλώβισε πολιτικά το κόμμα και το ανάγκασε να συρθεί πίσω από τις εξελίξεις, ιδιαίτερα κατά τους πρώτους μήνες της πανδημίας, όταν ο κόσμος ήρθε κατά κυριολεξία τούμπα. Παράλληλα, η συνεχής προβολή στελεχών που κάθε άλλο παρά μετριοπαθή είναι φαίνεται πως προβληματίζει τους ψηφοφόρους σχετικά με το επίπεδο συνοχής που υπάρχει στο εσωτερικό του κόμματος.

Τέλος, αποτελεί εξόφθαλμο γεγονός ότι στην εποχή που ο μέσος πολίτης πείθεται αποδεδειγμένα από την επικοινωνία και όχι από την ουσία, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του, ο ΣΥΡΙΖΑ υστερεί οικτρά στον τομέα της επικοινωνιακής πολιτικής και γι’ αυτό δυσκολεύται να επιτύχει την πολιτική ανατροπή, τουλάχιστον σε επίπεδο δημοσκοπήσεων. Επίσης, αυτός είναι ο λόγος που το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης αδυνατεί να εκμεταλλευτεί προς όφελός του τα όποια λάθη έχει διαπράξει η κυβέρνηση τα τελευταία τρία χρόνια.

 

Για το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής

Μετά την αδιαμφισβήτητη νίκη του στις εσωκομματικές εκλογές, ο νέος Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, ο Νίκος Ανδρουλάκης, συνεχίζει να ακολουθεί πιστά την πολιτική που ακολουθούσε και κατά τη διάρκεια της εσωκομματικής προεκλογικής περιόδου. Συνεχίζει, δηλαδή, να κατηγορεί εξίσου τόσο τη ΝΔ, όσο και τον ΣΥΡΙΖΑ και να διαμηνύει με τον πιο εμφατικό τρόπο ότι δεν πρόκειται να συνεργαστεί ούτε με το ένα κόμμα, ούτε με το άλλο, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών. Έτσι, λοιπόν, είναι σαφές ότι ο στόχος της σημερινής ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ για τις επόμενες εκλογές είναι η επίτευξη της αυτοδυναμίας, κόντρα σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Αποκλείοντας το ενδεχόμενο να συνεργαστεί με τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας, είναι ξεκάθαρο πως το ΠΑΣΟΚ θα παραμείνει κόμμα της αντιπολίτευσης, αν δεν πετύχει την αυτοδυναμία. Παράλληλα, διαβάζοντας και ακούγοντας τις πρόσφατες δηλώσεις του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ συμπεραίνουμε πως αν σε μια σοσιαλδημοκρατική διακυβέρνηση δεν χωράει μήτε η ΝΔ, μήτε ο ΣΥΡΙΖΑ, τότε σίγουρα δεν χωράει ούτε το ΚΚΕ, ούτε το ΜΕΡΑ25, ούτε η Ελληνική Λύση.

Πρόσω ολοταχώς, λοιπόν, για μια πλήρως αυτόνομη πορεία, είτε ως κόμμα αυτοδύναμης κυβέρνησης, είτε ως κόμμα αντιπολίτευσης.

 

Για τα υπόλοιπα κόμματα

Για τις επόμενες εκλογές, το ΚΚΕ, το ΜΕΡΑ25 και η Ελληνική Λύση έχουν ως στόχο απλώς να αυξήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο τα ποσοστά τους ή τουλάχιστον να τα διατηρήσουν στα σημερινά τους επίπεδα. Ειδικότερα:

  • Το ΚΚΕ επιδιώκει να εκφράσει τα άτομα που υπέστησαν τα μεγαλύτερα πλήγματα κατά τη διάρκεια της πανδημίας, δηλαδή αυτούς που έχασαν τις δουλειές τους αλλά και αυτούς που υφίστανται τις μεγαλύτερες αδικίες στο εργασιακό τους περιβάλλον. Εξ’ ου, για παράδειγμα, και η δυναμική παρουσία των στελεχών του κόμματος στις μεγάλες κινητοποιήσεις των εργαζόμενων της COSCO και της E-FOOD. Εν ολίγοις, το κόμμα ακολουθεί την παραδοσιακή του πολιτική αλλά προσαρμοσμένη στα σύγχρονα δεδομένα.
  • Το ΜΕΡΑ25 φλερτάρει εδώ και πολύ καιρό με τη νεολαία και συγκεκριμένα, με τους νέους που βρίσκονται σε αναζήτηση κομματικής στέγης. Ο Γραμματέας του κόμματος, ο Γιάνης Βαρουφάκης, προσπαθεί να εκμεταλλευτεί προς όφελός του τα λάθη που διέπραξε ο ΣΥΡΙΖΑ όταν ήταν στην κυβέρνηση, διατυπώνοντας ανοιχτά τις διαφωνίες του με τις αποφάσεις εκείνης της περιόδου. Το ΜΕΡΑ25 διεκδικεί τον ρόλο του πολιτικά άφθαρτου, σύγχρονου και ανανεωτικού αριστερού κόμματος με απήχηση όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και την Ευρώπη.
  • Η Ελληνική Λύση, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις αλλά και τη ρητορική που ακολουθεί το ίδιο το κόμμα, θα επωφεληθεί από τις ψήφους των πολιτών που δυσαρεστήθηκαν από την απόφαση της κυβέρνησης να καταστήσει τον εμβολιασμό κατά της COVID-19 υποχρεωτικό. Εκτός αυτών, αναμένεται να εκφράσει και κάποιους ψηφοφόρους που πολιτικά βρίσκονται δεξιά της ΝΔ.

 

Συνολικά, η κόπωση των πολιτών από τις πολυετείς και συνεχιζόμενες μέχρι και σήμερα κρίσεις (οξεία οικονομική / στασιμοπληθωρισμού, πανδημική, κλιματική, ενεργειακή, διεθνοπολιτική), η ραγδαία αύξηση του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών στις χώρες της Δύσης και η συνεπακόλουθη μειωμένη δυνατότητα κοινωνικής ανέλιξης (για παράδειγμα, σύμφωνα με έρευνα του ΟΟΣΑ, ένας φτωχός Έλληνας χρειάζεται περίπου τέσσερις γενιές προκειμένου να φτάσει στο μέσο εισόδημα της χώρας), η καλλιέργεια της πεποίθησης ότι η εθνική πρόοδος μπορεί να επιτευχθεί χωρίς ατομικές και συλλογικές θυσίες, η μαζική αποχή μεγάλου ποσοστού της νεολαίας από τις εκλογικές διαδικασίες, το “brain drain” που προκαλείται από την εφαρμογή συγκεκριμένης οικονομικής πολιτικής που αποσκοπεί στη μείωση του κόστους παραγωγής των επιχειρήσεων προκειμένου να αυξηθούν οι ιδιωτικές επενδύσεις και φυσικά, τα συστήματα διαφθοράς και διαπλοκής που με την πάροδο του χρόνου έχουν μάθει να δρουν πιο έξυπνα και πιο αποτελεσματικά, ως σύγχρονη φεουδαρχία, συμβάλλουν, μεταξύ πολλών άλλων, στην επιδείνωση μιας ήδη πολυδιάστατης παρακμής και ως εκ τούτου, καθιστούν το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών άκρως προβλέψιμο. Σαφώς, οι ανατροπές είναι πάντοτε εφικτές αλλά υπό συνθήκες.

Διαβάστε επίσης