Ελλάδα

Ο Covid-19 ως επιταχυντής και η αναπτυξιακή ευκαιρία για την ελληνική οικονομία*

* Γράφει ο Χρήστος Κόλλιας

Καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Η επίπτωση στην παγκόσμια οικονομία της  πανδημίας του Covid-19 προκάλεσε με διαφορά την μεγαλύτερη ύφεση μεταπολεμικά. Οι πιο πρόσφατες εκτιμήσεις του ΔΝΤ που ανακοινώθηκαν τον Οκτώβριο, εκτιμούν ότι η συρρίκνωση του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2020 θα είναι της τάξεως του -4,4%. Οριακά μεγαλύτερη η εκτίμηση του ΟΟΣΑ (-4.5%). Όλες οι επί του παρόντος προβλέψεις υπολογίζουν μία σημαντική ανάκαμψη για το 2021: στο 5,2% την τοποθετεί το ΔΝΤ, στο 5% ο ΟΟΣΑ. Εντούτοις, αυτές οι θετικές προβλέψεις τελούν υπό το καθεστώς μεγάλης αβεβαιότητας καθώς εξαρτώνται σχεδόν απόλυτα από τις εξελίξεις στο υγειονομικό μέτωπο της αντιμετώπισης του κορωνοϊού, η επιδημιολογική εξέλιξη του οποίου για τους επόμενους μήνες ήδη  προοιωνίζεται δυσοίωνη με την συνεπαγόμενη δυσμενή επίπτωση στην οικονομική δραστηριότητα. Ως εκ τούτου, η προς τα χείρω αναθεώρηση των οικονομικών εκτιμήσεων για το 2020 και συνακόλουθα για το 2021 είναι ένα σενάριο που δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Τουναντίον. Φαίνεται να ενισχύεται.

Δυστυχώς η πανδημία βρήκε την ελληνική οικονομία στο στάδιο της ανάκαμψης μετά από την βαθιά και κυρίως χρονικά παρατεταμένη ύφεση που της κόστισε περί το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της. Στις κοινωνικές και οικονομικές πληγές της τελευταίας κρίσης, προστίθενται οι επώδυνες επιπτώσεις της πανδημίας. Η εκτίμηση του ΔΝΤ είναι ότι το ελληνικό ΑΕΠ θα μειωθεί κατά -9,5% το 2020. Πιο αισιόδοξη η εκτίμηση του προσχεδίου του Προϋπολογισμού που τοποθετεί την συρρίκνωση του ΑΕΠ στο -8,2% δεδομένης πάντοτε της αβεβαιότητας γύρω από την επιδημιολογική εξέλιξη του προβλήματος που θα επηρεάσει και το μέγεθος της ανάκαμψης που προβλέπεται για το 2021. Στο 4,1% την υπολογίζει το ΔΝΤ. Αισθητά πιο αισιόδοξη η εκτίμηση στο προσχέδιο του Προϋπολογισμού που την εκτιμά στο 7,5% στο οποίο συνυπολογίζεται η κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες θετική επίδραση των πόρων που θα εισρεύσουν στην ελληνική οικονομία από το Ταμείο Ανάκαμψης και το React EU.

Η πρωτοφανής για τα μεταπολεμικά δεδομένα ύφεση των ευρωπαϊκών οικονομιών, οδήγησε, έστω και με τους γνωστούς βραδείς ρυθμούς και αργόσυρτες διαδικασίες, στην υιοθέτηση συντονισμένης συλλογικής αντίδρασης από μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το πρόγραμμα Next Generation EU αθροίζει στα €750 δισεκατομμύρια με την μορφή δανείων και επιδοτήσεων προς τις εθνικές οικονομίες για να αντιμετωπίσουν τις επαχθείς επιπτώσεις της πανδημίας. Αν σε αυτούς τους πόρους προσθέσουμε τον Ευρωπαϊκό προϋπολογισμό της περιόδου 2021-27, τότε στα αμέσως επόμενα χρόνια είναι διαθέσιμα περί τα €1,8 τρισεκατομμύρια που θα επενδυθούν για την στήριξη και την αναπτυξιακή ανάταξη των οικονομιών. Επιπροσθέτως θα πρέπει να συνυπολογισθεί η ένεση ρευστότητας των €1,350 δισεκατομμυρίων του Pandemic Emergency Purchase Program της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Πιθανόν είναι πρόωρο να αποφανθούμε μετά βεβαιότητας κατά πόσο αυτά τα εργαλεία θα αποδειχθούν επαρκή για την αντιμετώπιση της οικονομικής καθίζησης των ευρωπαϊκών οικονομιών. Όμως, πέρα από το ύψος των κονδυλίων με τα οποία θα στηριχθούν οι οικονομίες, η σπουδαιότητα της απόφασης για την δημιουργία του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Recovery and Resilience Facility) των €672,5 δισεκατομμυρίων, που θα λάβει την μορφή δανείων (€360 δισ.) αλλά και επιδοτήσεων (€312,5 δισ.), έγκειται στο γεγονός ότι για πρώτη φορά στην ιστορία της η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση θα δανεισθεί από τις αγορές για να χρηματοδοτήσει τις εθνικές οικονομίες δημιουργώντας έτσι «κοινό ευρωπαϊκό χρέος» ή, καθ’ υπερβολή, «ομοσπονδιακό χρέος». Υπό μία έννοια, ο δανεισμός αυτός έχει τα χαρακτηριστικά ενός ευρωομολόγου. Κυρίως όμως δημιουργεί προηγούμενο το οποίο θα μπορούσε εν δυνάμει να αποτελεί ένα πρώτο, έστω και διστακτικό βήμα, στην κατεύθυνση κάποιας μορφής δημοσιονομικής ολοκλήρωσης. Υπό αυτό το πρίσμα, ο Covid-19 μπορεί να αποδειχθεί ένας θετικός επιταχυντής των διαδικασιών του δοκιμαζόμενου και πολλαπλά αμφισβητούμενου τα τελευταία χρόνια εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

 Η ελληνική οικονομία έχει πολλά να επωφεληθεί από τα συγκεκριμένα κονδύλια καθώς τα επόμενα χρόνια αναμένεται να εισρεύσουν πόροι που αναλογούν σχεδόν στο ένα τρίτο του σημερινού ΑΕΠ. Αποτελούν μία μοναδική ευκαιρία να σχεδιασθεί και να υλοποιηθεί ένα αναπτυξιακό πρόγραμμα μακροχρόνιου ορίζοντα η πολύτιμη  χρηματοδότηση του οποίου από τα ευρωπαϊκά κονδύλια μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στην κατεύθυνση ενός φιλόδοξου μετασχηματισμού της εθνικής παραγωγικής βάσης. Η κοινή ευρωπαϊκή αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας δημιουργεί μία ιστορική αναπτυξιακή ευκαιρία για την Ελλάδα και την επί πολλά έτη ασθμαίνουσα εθνική οικονομία. Όμως, η αξιοποίηση των εν λόγω χρηματοδοτικών εργαλείων, προϋποθέτει στρατηγικό σχεδιασμό και στόχευση με άρτια χωρίς γραφειοκρατικές αγκυλώσεις αποτελεσματική διαχείριση τους. Πέρα όμως από την αναπτυξιακή διάσταση, υπάρχει ένας επιπρόσθετος, ακόμα πιο σημαντικός λόγος για τον οποία πρέπει να αδράξουμε την ευκαιρία που μας δίνεται με αυτούς τους ευρωπαϊκούς πόρους. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση των εντεινόμενων γεωπολιτικών προκλήσεων και απειλών με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπη η χώρα, αναγκαστικά περνά μέσα από την ταχεία οικονομική ενδυνάμωση της Ελλάδας.

Πηγή: ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ 2020

Διαβάστε επίσης




NEWSLETTER

Ενημερωθείτε πρώτοι για τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορτάζ και παρασκήνιο