Ελλάδα

Χρήστος Καβέτσος: “Το φαινομενικό αδιέξοδο στα ζητήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων”

Όπως έχουμε αναλύσει σε παλαιότερο άρθρο, οι παράνομες διεκδικήσεις της Τουρκίας σε βάρος της Ελλάδας έχουν ως αφετηρία τις αρχές του 1970 και συγκεκριμένα, το 1973, όταν ξεκίνησαν να εγείρονται οι πρώτες τουρκικές αξιώσεις κατά της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Σαφώς, από εκείνη την χρονική περίοδο μέχρι και σήμερα, με αποκλειστική υπαιτιότητα της τουρκικής πλευράς, η ελληνοτουρκική αλληλεπικαλυπτόμενη υφαλοκρηπίδα παραμένει μη οριοθετημένη. Αυτό θεωρητικά σημαίνει ότι κανένα από τα δύο κράτη δεν μπορεί να ασκήσει πλήρως τα κυριαρχικά του δικαιώματα επί των θαλασσίων περιοχών που δυνητικά του ανήκουν, μέχρι το όλο ζήτημα να επιλυθεί όπως προβλέπεται από το Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα, από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.

 

Μετά από ένα έτος περίπου, το 1974, το σκοτάδι της ελληνικής δικτατορίας απλώθηκε τόσο πολύ, που δυστυχώς κατάφερε να φτάσει μέχρι την Κύπρο και να πυροδοτήσει τα γνωστά και ανατριχιαστικά για όλους μας γεγονότα. Το 1975, υπήρξαμε μάρτυρες των πρώτων τουρκικών αμφισβητήσεων σε βάρος του ελληνικού εναερίου χώρου πάνω από το Αιγαίο Πέλαγος, για να φτάσουμε στα πρόθυρα μιας γενικευμένης ένοπλης σύρραξης μεταξύ των δύο κρατών, λίγα χρόνια αργότερα, με τα επεισόδια τόσο του 1987, όσο και του 1996.

Τα χρόνια πέρασαν, οι τουρκικές κυβερνήσεις διαδέχθηκαν η μία την άλλη αλλά η επιθετικότητα της Τουρκίας σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου παραμένει. Αυτό το γεγονός από μόνο του αποδεικνύει με τον πλέον εμφατικό τρόπο ότι η επεκτατική πολιτική της Τουρκίας απέναντι στα δύο γειτονικά της κράτη αποτελεί μέρος μιας ενδελεχώς σχεδιασμένης εθνικής στρατηγικής με υπερκομματική ισχύ. Δεν πρόκειται για μια παράνομη συμπεριφορά που μπορεί να αλλάξει μαζί με την ανατροπή αυτής ή οποιασδήποτε άλλης τουρκικής κυβέρνησης. Η συνειδητή παρερμήνευση του Διεθνούς Δικαίου από την πλευρά της Τουρκίας δεν αποτελεί ένα σχέδιο με ρίζες πολιτικές αλλά υπαρξιακές. Αυτό σημαίνει ότι η Τουρκία θεωρεί την Ελλάδα και την Κύπρο ως δύο μεγάλες απειλές για την ίδια της την ύπαρξη και για τον λόγο αυτό, όλες οι τουρκικές κυβερνήσεις, από τις αρχές του 1970 και μετά, εφαρμόζουν πιστά τη γνωστή παραβατική πολιτική.

Η κρίσιμη γεωπολιτική θέση τόσο της Ελλάδας και της Κύπρου, όσο και της Τουρκίας για τις διεθνούς ενδιαφέροντος εξελίξεις στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή, η συντονισμένη προσπάθεια της Δύσης για την ανάσχεση της ρωσικής επέκτασης προς τη Μεσόγειο Θάλασσα και τα παραθαλάσσια κράτη, η διεθνοποίηση του Κυπριακού Ζητήματος με πρωτοβουλία της ελληνικής πλευράς, αλλά και η πρόσφατη ανακάλυψη αξιόλογων ενεργειακών κοιτασμάτων στη λεκάνη της νοτιοανατολικής Μεσογείου από τις Μεγάλες Δυνάμεις αποτέλεσαν γεγονότα, μεταξύ πολλών άλλων, καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη των ελληνοτουρκικών διαφορών. Πρακτικά, όλα αυτά σημαίνουν ότι η συμμόρφωση της Τουρκίας με τις διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου εξαρτάται περισσότερο από τις Μεγάλες Δυνάμεις της Δύσης και λιγότερο από την Ελλάδα. Η πίεση μόνο της Ελλάδας προς την Τουρκία για πραγματική συμφιλίωση και ουσιαστική επίλυση της μίας και μοναδικής διαφοράς που υφίσταται μεταξύ των δύο πλευρών εκ του αποτελέσματος δεν αρκεί.

Είναι ξεκάθαρο πλέον ότι για να συμβάλει ο διεθνής παράγοντας στην εξυπηρέτηση των δίκαιων ελληνικών αιτημάτων θα πρέπει να μεταβληθεί ουσιωδώς το διεθνές διπολικό σύστημα, τουλάχιστον έτσι όπως το γνωρίζουμε από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ύστερα. Η πιστή εφαρμογή της πολυσυζητημένης πολιτικής των ίσων αποστάσεων από τις ΗΠΑ απέναντι στα ζητήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, που επισφραγίστηκε εν πολλοίς και από τη συμφωνία Μπίτσιου – Κίσινγκερ το 1976, αποσκοπεί στην αποφυγή ενεργειών που θα μπορούσαν αρχικά να δυσαρεστήσουν και εν συνεχεία να οδηγήσουν είτε την Ελλάδα, είτε την Τουρκία στην «αγκαλιά» της Ρωσίας. Έτσι, οι ΗΠΑ, επιδιώκουν πάση θυσία να διατηρούν σχετικώς ικανοποιημένες και τις δύο χώρες – συμμάχους, τόσο με τη διατύπωση ουδέτερων δηλώσεων, όσο και με τη σύναψη εμπορικών ή στρατιωτικών συμφωνιών εξίσου και με την Ελλάδα και με την Τουρκία. Αποτελεί γεγονός λοιπόν ότι η πρόσφατη απειλητική ρητορική του Προέδρου Ερντογάν έχει ως κύριο αποδέκτη τις ΗΠΑ διότι γνωρίζει πως στον αγώνα τους κατά της Ρωσίας χρειάζονται όχι μόνο την Ελλάδα αλλά και την Τουρκία. Στο ερώτημα εάν οι εκβιασμοί της τουρκικής κυβέρνησης πετύχουν εν τέλει τους σκοπούς τους η απάντηση είναι πως όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά διότι η σύγκρουση της Δύσης με τη Ρωσία φαίνεται πως πέρα από πολυδιάστατη και χρονοβόρα, θα είναι και απρόβλεπτη.

Η Ελλάδα, έχει αποδείξει ως χώρα ότι παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει με τους γείτονές της από την ημέρα που ιδρύθηκε, μπορεί να επιτύχει πολλά στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Υπό αντίξοες συνθήκες, η χώρα μας κατάφερε να γίνει πρωταγωνιστής των περιφερειακών εξελίξεων, να επεκταθεί εδαφικά, να διεκδικήσει αποζημιώσεις, να συνάψει νέες και προσοδοφόρες συμμαχίες και φυσικά, να ελιχθεί αποτελεσματικά πάρα τα διεθνή αδιέξοδα της εκάστοτε χρονικής περιόδου. Για παράδειγμα, εν καιρώ Ψυχρού Πολέμου, η Ελλάδα, ακολουθώντας μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, κατάφερε να βελτιώσει τις σχέσεις με τη Γιουγκοσλαβία και την Βουλγαρία, εξέφρασε επιτυχημένα τη δυσαρέσκειά της απέναντι στο Ηνωμένο Βασίλειο για τον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόταν το Κυπριακό Ζήτημα, απέχοντας, με πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, από την πολυμερή διάσκεψη του Λονδίνου για την επίλυση της κρίσης του Σουέζ και τέλος, μεταξύ πολλών ακόμη φυσικά, εμβάθυνε περαιτέρω στις συμμαχίες της με τον αραβικό κόσμο επί Ανδρέα Παπανδρέου.

Όπως τότε, έτσι και σήμερα, υπάρχουν περιθώρια ευελιξίας παρά την αντικειμενική δυσκολία της κατάστασης στην οποία έχουμε περιέλθει. Όμως, για να επιτευχθεί αυτό, πέρα από την πιστή εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου, απαιτείται και η υιοθέτηση μιας μακροπρόθεσμης, πολυδιάστατης και ευρέως συμπεφωνημένης εξωτερικής πολιτικής. Το επίπεδο της εσωτερικής δημοκρατίας αλλά και της διεθνούς νομιμοφροσύνης της χώρας μας είναι ασύγκριτα καλύτερο σε σχέση με αυτό της Τουρκίας αλλά σε μια χρονική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας συντελούνται τεράστιες γεωπολιτικές μεταβολές αυτό από μόνο του αποδεικνύεται εμπράκτως πως δεν είναι αρκετό για την εδραίωση των δίκαιων ελληνικών θέσεων. Και αυτό ισχύει διότι στο διεθνές πολιτικοοικονομικό σύστημα δεν υπάρχουν παραδοσιακές φιλίες αλλά διαρκώς μεταβαλλόμενα συμφέροντα, επί τη βάση των οποίων τα φιλοπρόοδα κράτη οφείλουν να σχεδιάζουν την εξωτερική τους πολιτική.

Διαβάστε επίσης