Παραπολιτικά

Νέα σενάρια για αλλαγή του εκλογικού Νόμου

Υποκλοπές, οι κυβερνητικές ανακοινώσεις από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης και η συζήτηση για αλλαγή του εκλογικού νόμου, είναι τα θέματα στα οποία κλήθηκε να απαντήσει ο υπουργός Επικρατείας Γιώργος Γεραπετρίτης, κατά τη διάρκεια συνέντευξής του στον Αντ1.

 

Για το θέμα των υποκλοπών εν πρώτοις, «έχουν δρομολογηθεί όλες οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες, και μάλιστα σε χρόνο express. Με πρωτοβουλία της κυβέρνησης και συντασσόμενη με τα αιτήματα που διατυπώθηκαν, ενεργοποιήθηκαν τρεις κοινοβουλευτικές διαδικασίες αμέσως, και συγκλήθηκε η Βουλή μία εβδομάδα νωρίτερα του αναμενομένου», ήταν η εισαγωγική του παρατήρηση του υπουργού Επικρατείας, που συνέχισε:

«Τα θέματα θα εξεταστούν εκεί και ό,τι είναι να ανακοινωθεί στο πλαίσιο του νόμου, θα γίνει. Το να συζητούμε δημόσια για θέματα εθνικής ασφάλειας, δεν είναι πάντοτε το πιο ωφέλιμο. Η κυβέρνηση κάλεσε τον κ. Ανδρουλάκη προς ενημέρωση, όχι δημόσια, η ιδιωτική ενημέρωση θα γινόταν από το Διοικητή (σσ. της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών). Στο πλαίσιο του νόμου προβλέπεται μία σαφής διαδικασία, η κυβέρνηση θα παρείχε απόλυτη κάλυψη και στο Διοικητή της ΕΥΠ να ενημερώσει τον κ. Ανδρουλάκη για ό,τι μπορεί να υπάρξει ενημέρωση. Είναι προφανές ότι, αυτήν τη στιγμή, αν ο κ. Ανδρουλάκης το επιθυμεί, μπορεί να λάβει τη νόμιμη ενημέρωση», επεσήμανε.

Σε κάθε περίπτωση, «βεβαίως και δεν γνωρίζω γιατί παρακολουθήθηκε (ο κ. Ανδρουλάκης)», ανέφερε επίσης και επικαλέστηκε στο σημείο αυτό το πλαίσιο εντός του οποίου γίνονται οι νόμιμες παρακολουθήσεις σε όλες τις υπηρεσίες ασφαλείας παγκοσμίως και στην Ευρώπη. «Κάθε έννομη τάξη εμπιστεύεται πολύ λίγους ανθρώπους, οι οποίοι γνωρίζουν τα θέματα για τα οποία γίνεται η παρακολούθηση. Στην ελληνική έννομη τάξη είναι ο Διοικητής της ΕΥΠ, ο εισαγγελέας ο οποίος δίνει την έγκρισή του – είναι μια δικαστική απόφαση, δεν είναι μια αυθαίρετη απόφαση – και στο τέλος, σε κατάλογο τηλεφώνων, και όχι ονομάτων, ο πρόεδρος της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου Επικοινωνιών».

Και σε επόμενο σημείο, «πράγματι ο πρωθυπουργός είπε ότι ήταν λάθος, όπως συνέβη η συγκεκριμένη διαδικασία. Γιατί το είπε αυτό; Διότι με την υπόθεση Ανδρουλάκη, εκείνο το οποίο προέκυψε, ήταν ότι οι δικλείδες ασφαλείας για τις παρακολουθήσεις πολιτικών προσώπων, δεν ήταν επαρκείς. Όταν πρόκειται να υπάρξει επισύνδεση ενός πολιτικού προσώπου, και δη προβεβλημένου, θα πρέπει να υπάρχουν πολύ περισσότερα επίπεδα ασφάλειας έτσι ώστε να μην γίνει παρακολούθηση για απλές ενδείξεις αλλά πολύ ισχυρές ενδείξεις».

Θυμίζοντας εξ άλλου πως «πρόκειται για μια νόμιμη παρακολούθηση», ο Γ. Γεραπετρίτης πρόσθεσε: «Εικάζω πως η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών είχε κάποια στοιχεία από τα οποία προέκυπτε ο λόγος. Τα στοιχεία αυτά αξιολογήθηκαν από τον επιτόπιο εισαγγελέα, θεωρήθηκαν επαρκή και προχώρησε για ένα περιορισμένο διάστημα η παρακολούθηση. Όταν περιήλθε, πάντως, σε γνώση του πρωθυπουργού ότι παρακολουθείται ο κ. Ανδρουλάκης, διαπιστώθηκε ότι θα έπρεπε να υπάρχουν περισσότερα φίλτρα, είπε ακόμη και έφερε το παράδειγμα του Ηνωμένου Βασιλείου. Εκεί, «η αντίστοιχη υπηρεσία όταν πρόκειται για παρακολούθηση πολιτικού προσώπου, λαμβάνει πολιτική έγκριση».

Μετά τη διαπίστωση του προβλήματος, ωστόσο, «άμεση αντανακλαστική αντίδραση ήταν ότι επέστρεψε μια δικλείδα ασφαλείας που είχε καταργηθεί το 2018, να υπάρχουν δηλαδή δύο αποφάσεις εισαγγελέων», υπενθύμισε προσθέτοντας ότι θα αξιολογηθούν οι προτάσεις τις οποίες θα υποβάλει η Εξεταστική Επιτροπή. Ενώ για το ενδεχόμενο να προκύψουν και άλλα ονόματα που παρακολουθούνταν, ο υπουργός Επικρατείας απάντησε ως εξής: «Είναι κάτι το οποίο εγώ δεν μπορώ να γνωρίζω, και για τον κ. Ανδρουλάκη δεν γνωρίζω και δεν γνώριζα, και δεν μπορώ να γνωρίζω για τον καθένα».

Επαναλαμβάνοντας δε, ότι «δεν προέκυψε κάτι από παρακολούθηση του τηλεφώνου του κ. Ανδρουλάκη», επέμεινε πως «ποτέ δεν ενημερώνεται ο πρωθυπουργός για το ότι ενεργοποιείται μία παρακολούθηση», παραπέμποντας στους τρεις, κατά νόμο, υπευθύνους (Διοικητής ΕΥΠ, εισαγγελέας, επικεφαλής ΑΔΑΕ). «Μόνο αν προκύψει ζήτημα εθνικής ασφάλειας ενημερώνεται η πολιτική ηγεσία», τόνισε εξ άλλου.

Διαβάστε επίσης