Τοπικά

“Από το Κραχ στην Ανάκαμψη”

Του Παρασκευά Μαγειρία

Οι απώλειες των χρηματιστηρίων από τις 20 Φευρουαρίου και για ένα μήνα εύκολα συγκρίνονται με εκείνες της πετρελαιακής κρίσης του 1987 ή της τελευταίας του 2008. Οι φόβοι των επενδυτών για μείωση της κατανάλωσης, των επενδύσεων και αύξηση του χρέους και της ανεργίας επιβεβαιώνονται από τα πρώτα στοιχεία. Με δεδομένο ότι η πορεία του χρηματιστηρίου βασίζεται σε προσδοκείες, μπορούμε να δικαιολογήσουμε τη στάση των επενδυτών, καθώς ήταν αντιπροσωπευτική των γεγονότων που ακολούθησαν. Πόσο αντιπροσώπευε όμως η πορεία του χρηματιστηρίου, αυτή της οικονομίας τα προηγούμενα χρόνια για να γίνει τώρα;

Στη Γερμανία ο μεταποιητικός δείκτης PMI βρίσκεται σταθερά κάτω των 50 μονάδων, από τον Ιανουάριο του 2019, πράγμα που αποδεικνύει ότι ο μεταποιητικός τομέας βρίσκεται σε ύφεση για παραπάνω από έναν χρόνο. Τι κάνει λοιπόν τον DAX να σημειώσει «άλμα» 26% κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους και ένα ιστορικό υψηλό τον Φευρουάριο του τρέχοντος; Σίγουρα όχι οι προσδοκίες για περαιτέρω ανάπτυξη του τομέα. Η στροφή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σε πιο χαλαρή νομισματική πολιτική και η διαβεβαίωση ότι η ποσοτική χαλάρωση (QE) και τα αρνητικά επιτοκία θα παραμείνουν μέχρι να επιτευχθεί ο στόχος για τον πληθωρισμό, που δεν προβλέπεται να γίνει πριν το 2022, ήταν αρκετά για την επίτευξη του. Όμως η Επισκόπηση Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας της ΕΚΤ έδειξε ότι οι αξίες των περιουσιακών στοιχείων που βασίζονται σε αρνητικά επιτόκια είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν μελλοντικές διορθώσεις. Το πρόβλημα είναι ότι όσο η ΕΚΤ επιμένει στα αρνητικά επιτόκια (για την επίτευξη του στόχου του πληθωρισμού), τόσο διευρύνεται το ποσοστό των επενδύσεων σε αρνητικά επιτόκια. Έτσι, γίνεται ολοένα και δυσκολότερο για την ΕΚΤ να επιστρέψει σε θετικά επιτόκια και να μην πέσει σε αυτό που ονομάζουμε «liquidity trap» (παγίδα ρευστότητας), κατά την οποία οποιαδήποτε άλλα μέτρα της, θα έχουν ελάχιστο αντίκτυπο στην οικονομία.

Στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, με την εκλογή Τραμπ το 2016 και με τις γενναίες φοροαπαλλαγές που ακολούθησαν από 1η Ιανουαρίου του 2018, το «ράλι» ήταν αναμενόμενο καθώς η εκλογή του ήταν «Θείο δώρο» για τους εταιρικούς κολλοσούς. Με τον εταιρικό φόρο πλέον στο 21% από το 35% οι διευθυντές είχαν κάθε λόγο να αυξάνουν τη τιμή της μετοχής εικονικά, με τη διανομή μεγάλων μερισμάτων και την επαναγορά ιδίων μετοχών. Όσον αφορά το δεύτερο, μπορεί να μην είναι αρκετό να αναφέρουμε ότι οι επαναγορές ιδίων μετοχών από το 2008  μέχρι και το 2019 έφτασαν τα 6,5 τρισεκ. δολλάρια, αλλά αν προσθέσουμε ότι τα 2,1 τρισεκ. από αυτά, μόνο το 2018 και 2019 αντιλαμβανόμαστε τον ρόλο που διετέλεσε η κυβέρνηση Τραμπ. Έρευνα του ΔΝΤ σε εταιρείες εισηγμένες στον S&P500 έδειξε ότι μόλις το 20% των αυξημένων ταμειακών ροών (λόγω των φοροαπαλλαγών) κατευθύνθηκε προς την έρευνα και την ανάπτυξη της εταιρείας. Το υπόλοιπο 80% κατέλειξε στους επενδυτές είτε με τη μορφή μερισμάτων είτε με τη επαναγορά, από την εταιρεία, ιδίων μετοχών της, είτε σε προσαρμογές τιμών περιουσιακών στοιχείων. Έτσι οι Αμερικάνικοι δείκτες κατέρριπταν το ένα ρεκόρ μετά το άλλο δίχως να αντιπροσωπεύει η αύξηση αυτή τη ποιότητα ανάπτυξης και των εταιρειών.

Εύλογα συμπεραίνουμε, ότι πολλές φορές τα χρηματιστήρια δεν αντιπροσωπεύουν την πραγματική οικονομία, αλλά λειτουργούν με διαφορετικό τρόπο. Αδιαμφισβήτητα πάντως, οι προσδοκείες των επενδυτών για ανάπτυξη των εταιρειών διαδραματίζουν λιγότερο σημαντικό ρόλο από αυτόν που είχαν στα χρηματιστήρια του 19ου αιώνα, όπως περιγράφονται από τον Μαξ Βέμπερ.

*Ο Παρασκευάς Μαγειρίας είναι δευτεροετής φοιτητής του τμήματος Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του πανεπιστημίου Ο.Π.Α..

Διαβάστε επίσης




NEWSLETTER

Ενημερωθείτε πρώτοι για τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορτάζ και παρασκήνιο