Ροή Τοπικά

Η αναγκαία εθνική στρατηγική για την επιβίωση του Ελληνισμού

Του Γεωργίου Παπασίμου

 

Διακόσια χρόνια από την Επανάσταση του 1821, εκατό περίπου από την Μικρασιατική Καταστροφή και σαράντα έξι από την κατάληψη της Κύπρου, ο Ελληνισμός βρίσκεται ξανά αντιμέτωπος με νέους εθνικούς ακρωτηριασμούς. Η υλοποίηση των μεγαλεπήβολων σχεδίων «αναβίωσης» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από το καθεστώς Ερντογάν, που στηρίζεται αφενός στην γεωπολιτική ρευστότητα και τα κενά ισχύος στην ευρύτερη περιοχή και αφετέρου στον στρατιωτικό μεθοδικό υπερεξοπλισμό της Τουρκίας την τελευταία δεκαετία, περνά μέσα από την αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων μας στην περιοχή.

Αντιθέτως την ίδια περίοδο η Ελλάδα, λόγω της χρεωκοπίας της και της ένταξής της στον μνημονιακό οδοστρωτήρα, πέραν της χειρουργικής υποβάθμισης του βιοτικού επιπέδου του λαού αποδέχθηκε, με ευθύνη του πολιτικού προσωπικού εξουσίας και της εξαρτημένης οικονομικής ολιγαρχίας, τη δραματική μείωση των στρατιωτικών της δαπανών, με συνέπεια σήμερα στην κρίσιμη στιγμή για το παρόν και το μέλλον της, να εμφανίζονται «τρύπες» στην άμυνά της.

Ο χρόνος για την επιβίωση του Ελληνισμού τελειώνει. Χρειαζόμαστε σήμερα άμεσα εθνική στρατηγική αποτροπής και πολιτική βούληση για την αναχαίτιση των παράνομων διεκδικήσεων της Τουρκίας. Μια νέα εθνική στρατηγική που θα λαμβάνει υπόψη τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις στην περιοχή, τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων και την υπέρβαση των ψευδο-ιδεολογημάτων, που σύμφωνα με τον Παναγιώτη Κονδύλη παρακωλύουν την κατάστρωση και την εφαρμογή μιας νηφάλιας εθνικής στρατηγικής, δηλαδή «τα ασαφή και αποδυναμούμενα στοιχεία ενός γηγενούς εθνικισμού και τα εξίσου ασαφή, αλλά ενισχυόμενα αναμασήματα ενός ξενόφερτου ειρηνισμού και οικουμενισμού». Αυτή η εθνική στρατηγική θα πρέπει να έχει ως πυρήνα το αξίωμα ότι οι γεωπολιτικές παράμετροι και τα εθνικά συμφέροντα καθορίζουν την εξωτερική πολιτική και όχι το παρελθόν, η φυλή και ο πολιτισμός. «Η εθνική στρατηγική δεν είναι ούτε «δεξιά», ούτε «αριστερή», ούτε «εθνικιστική», ούτε «διεθνιστική», είναι τα πάντα ανάλογα με τις επιταγές της συγκεκριμένης κατάστασης. Αλίμονο στη χώρα και στην πολιτική της ηγεσία, αν ερμηνεύει την συγκεκριμένη κατάσταση με βάση «δεξιές ή αριστερές προτιμήσεις αντί να προσαρμόζει τις προτιμήσεις στην κατά το δυνατόν ψυχρή ερμηνεία της συγκεκριμένης κατάστασης». Κάθε εθνική στρατηγική εφόσον περιορίζεται στον σχεδιασμό, των εκάστοτε επιθυμητών εξελίξεων είναι καταδικασμένη, σε μονομέρεια και δυσκαμψία, δηλαδή σε εθνικό αδιέξοδο» (Π. Κονδύλης, Ιδεολογίες και Εθνική Στρατηγική, Ιανουάριος 1998, Το Βήμα).

Ειδικότερα, μεταξύ των άλλων θα πρέπει να περιλαμβάνει:

Πρώτον, την ενεργή και αποτελεσματική διπλωματία προκειμένου να αξιοποιηθούν τα εσωτερικά προβλήματα και οι αντιφάσεις της γείτονος χώρας, σε συνδυασμό με τις οξύτατες γεωπολιτικές συγκρούσεις των μεγάλων πλανητικών πόλων στην ευρύτερη περιοχή της Λεκάνης της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Η πεπατημένη του αυτομάτου πιλότου (ΝΑΤΟ, Η.Π.Α., Ε.Ε.) θα πρέπει να διαφοροποιηθεί μέσω της σύναψης ισχυρών στρατιωτικών συμμαχιών με χώρες που έχουν πραγματικά κοινά συμφέροντα στην περιοχή (βλ. Γαλλία).

Επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια σε όλες τις ελληνικές θάλασσες και οριοθέτηση της ΑΟΖ με Κύπρο – Αίγυπτο με βάση το πλαίσιο της πρόσφατης οριοθέτησης της ΑΟΖ Ελλάδος – Ιταλίας και κάλεσμα στην Τουρκία για οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, που αποτελεί τη μοναδική διαφορά μεταξύ των δύο χωρών.

Παράλληλα με τα παραπάνω η Ελλάδα οφείλει άμεσα να προαναγγείλει τη δική της κόκκινη γραμμή απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα και πειρατεία. Το ελλιποβαρές πολιτικό σύστημα της χώρας, έστω και τώρα την τελευταία στιγμή, οφείλει να δημοσιοποιήσει παντού ότι για την Ελλάδα τουρκική εισβολή στην ελληνική υφαλοκρηπίδα θα αποτελέσει casus belli.

Δεύτερον, ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων σε ανθρώπινο υλικό και όπλα, αφού κατά την προηγούμενη δεκαετία του μνημονιακού οδοστρωτήρα υπήρξε πλήρης εγκατάλειψη, κάτι που μπορεί να αποτελέσει ιστορική εγκληματική πράξη. Η στρατιωτική ενίσχυση θα πρέπει να γίνει με «έξυπνα όπλα» χαμηλού κόστους, αξιοποιώντας την δομή του αρχιπελάγους και κυρίως έξω από τον προκαθορισμένο προσανατολισμό της βορειοανατολικής συμμαχίας, που έχει μετατρέψει τον ελληνικό στρατό σε δεδομένο εργαλείο του νατοϊκού σχεδιασμού. Πέραν του γεγονότος ότι το ΝΑΤΟ είναι πλέον «εγκεφαλικά νεκρό» όπως δήλωσε ο Πρόεδρος της Γαλλίας Μακρόν, διαχρονικά στις ελληνοτουρκικές διαφορές τηρεί τη θέση του επιτήδειου ουδέτερου που αποβαίνει τελικά υπέρ της Τουρκίας. Αυτός ο νέος αμυντικός σχεδιασμός θα πρέπει να περιλαμβάνει και σημαντικές αυτόνομες μονάδες περιοχής στη θάλασσα (π.χ. γαλλικές φρεγάτες Belh@rra) που θα ενδυναμώσουν σε υψηλό επίπεδο τον ελληνικό στόλο, ο οποίος μέχρι σήμερα έχει προσανατολιστεί να καλύπτεται αντιαεροπορικά από τα νατοϊκά πλοία!!!

Περαιτέρω, απαιτείται άμεσα η ενίσχυση της παραπαίουσας ελληνικής βιομηχανίας. Είναι δυστυχώς οδυνηρό ότι ενώ ξοδεύτηκαν τερατώδη σε σχέση με τα μεγέθη της ποσά κατά τη περίοδο των «παχιών αγελάδων», η Ελλάδα δε μπόρεσε να δημιουργήσει εκείνο το ισχυρό στρατιωτικό εργαλείο που θα απέτρεπε κάθε προσπάθεια προσβολής των νόμιμων δικαιωμάτων της στον άξονα Θράκης – Αιγαίου – Κύπρου – Ανατολικής Μεσογείου.

Τρίτον, η ενδογενής παραγωγική ανασυγκρότηση της Ελλάδας, με χτύπημα του έντονου παρασιτισμού της οικονομικής ολιγαρχίας. Η χώρα δε μπορεί να συνεχίζει αμέριμνα την πορεία της χωρίς παραγωγική βάση και με κυρίαρχο στοιχείο τον παρασιτικό καταναλωτισμό και τη σταθερή γιγάντωση του «αδηφάγου» πελατειακού κράτους. Χωρίς ριζική αλλαγή – ανατροπή αυτού του χρεοκοπημένου νεοελληνικού οικονομικού – πολιτικού «παρασιτισμού», οι κίνδυνοι που την περιμένουν είναι πολύ μεγάλοι.

Το κρίσιμο αυτό ζήτημα, που αποτελεί και τη μεγάλη «τρύπα» της Μεταπολίτευσης, αλλά και της μνημονιακής περιόδου και συνιστά «ύβρι» διαχρονικά του πολιτικού προσωπικού εξουσίας και της παρασιτικής οικονομικής ολιγαρχίας, περιέγραψε και πάλι με μεγάλη ενάργεια από το 1998 ο Παναγιώτης Κονδύλης, λέγοντας προφητικά: «Αν ο Ελληνισμός θέλει να επιβιώσει ως διακεκριμένη ταυτότητα, το πρώτο που θα έπρεπε να κάνει θα ήταν να παράγει όσα τρώει. Δεν εννοώ διόλου κάποια οικονομική αυτάρκεια με την παλιά έννοια, αλλά την απαλλαγή από την πολιτική και την πρακτική του παρασιτικού καταναλωτισμού. Ειδάλλως, είναι αναπόφευκτη η πτώση στα κατώτερα σκαλιά του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας, καταχρέωση και η πολιτικοστρατιωτική εξάρτηση Η αναστροφή της απαιτεί γενναία παραγωγική προσπάθεια, προηγμένη τεχνογνωσία και ριζική θεσμική εξυγίανση, καθώς και ένα εκπαιδευτικό σύστημα εντελώς διαφορετικού επιπέδου … ο πτωχοπροδρομικός ελληνοκεντρισμός και ο κοσμοπολιτικός πιθηκισμός αποτελούν μεγέθη συμμετρικά και συναφή, όσο και αν φαινομενικά εκπροσωπούν δύο κόσμους εχθρικούς μεταξύ τους» («Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο»).

Έτσι, είναι ανησυχητικές οι μέχρι τώρα αναφορές τόσο του Πρωθυπουργού, όσο και της Επιτροπής Πισσαρίδη (πεπατημένη έκθεση ιδεών) για την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων του ταμείου ανάκαμψης, όπου απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά και σχέδιο για την αγροτική παραγωγή, τη μεταποίηση, τη διατροφική και ενεργειακή αυτοδυναμία μας και τη στήριξη της αμυντικής βιομηχανίας.

Τέταρτον, κρίσιμο παράγοντα αποτελεί η ενίσχυση του πατριωτισμού και του φρονήματος του λαού, που έχει πληγεί ανεπανόρθωτα από την κυριαρχία εθνομηδενιστικών αντιλήψεων που διατρέχουν κάθετα το σημερινό πολιτικό προσωπικό εξουσίας και συνολικά το «σύστημα παρακμής», που επιχειρεί την επιβολή ενός ιδιότυπου «νεοραγιαδισμού».

Η συνέχιση της υποχωρητικής και κατευναστικής πολιτικής έναντι του τουρκικού επεκτατισμού και τυχόν αβελτηρία για την υλοποίηση μιας νέας εθνικής στρατηγικής στην πράξη, με ελάχιστους όρους τους προαναφερόμενους, δε θα αποτελεί απλώς μια λανθασμένη πολιτική, αλλά θα εμπεριέχει τα στοιχεία μιας ιστορικά μειοδοτικής πολιτικής, που θα απειλήσει το παρόν και το μέλλον της Ελλάδας στις σημερινές ρευστές γεωπολιτικές ανακατατάξεις.

Διαβάστε επίσης







NEWSLETTER

Ενημερωθείτε πρώτοι για τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορτάζ και παρασκήνιο