Τοπικά

“Η εθνική αποτοκία του 1821”

                    Του Αποστόλη Β.Παππά

                                                                                         Δημοτικού Συμβούλου

                                                                                          Δήμου Τρικκαίων.

Πως αλλιώς θα μπορούσες να χαρακτηρίσεις την απόφαση κάποιων ατάκτων και ‘’αλόκοτων’’, να ζητήσουν πατρίδα και να τα βάλουν με μια πανίσχυρη αυτοκρατορία, χωρίς μάλιστα την ύπαρξη ενός ενιαίου εθνικού καθοδηγητικού κέντρου.  Η Φιλική Εταιρεία προσπάθησε να το υποκαταστήσει, δρώντας όμως σε συνθήκες παρανομίας υπόκειτο σε πολλούς περιορισμούς. Αναμφισβήτητα όμως είχε μια τεράστια συμβολή και στο συντονιστικό κομμάτι, αλλά και στην ανύψωση του ηθικού ενός επί σχεδόν τέσσερις εκατονταετίες δυναστευόμενου έθνους. Το εξεγερμένο όμως Γένος δεν είχε ως αντίπαλο μόνον τον Οθωμανό δυνάστη, αλλά και τη διεθνή συγκυρία. Γι’ αυτό, το όλο εγχείρημα προσλαμβάνει επικές διαστάσεις. Το 1821 ο διεθνής παράγοντας βρισκόταν στην πιο αντιδραστική του κορύφωση. Είχε προηγηθεί το Συνέδριο της Βιέννης 1814-1815, για να ορίσει τη μεταναπολεόντεια τάξη πραγμάτων στην Ευρώπη. Κυρίαρχη φυσιογνωμία του Συνεδρίου ο αλήστου μνήμης Αυστριακός υπουργός εξωτερικών Μέτερνιχ, και από το 1821 μέχρι το 1848 καγκελάριος αυτής. Απότοκος του Συνεδρίου αυτού, η σύμπυξη από όλους τους ηγεμόνες της Ευρώπης ενός ενιαίου μετώπου που απεκλήθη ‘’Ιερή Συμμαχία’’. Κεντρικός πυρήνας του μετώπου αυτού ήτο το Μετερνίχειον δόγμα, το οποίο προέβλεπε ότι κάθε επανάσταση που θα έθιγε τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων της εποχής θα κατεστέλετο εν τη γένεσει της.

Τα έντονα ανθελληνικά αισθήματα του Μέτερνιχ φανερώθηκαν, όταν σε κάποια συνεδρίαση ο Καποδίστριας μέλος της ρωσικής διπλωματικής αποστολής έθεσε το ελληνικό ζήτημα λέγοντας. ‘’Νομίζω πως χρέος των Μεγαλειοτάτων είναι να λάβετε οποιαδήποτε πρόνοιαν και δια το καταδυναστευόμενον ελληνικόν έθνος παρά της Οθωμανικής εξουσίας, το οποίο υποφέρει τόσους αιώνας τον τυραννικόν οθωμανικόν ζυγόν και το οποίο διακινδυνεύει να πέση εις την τελευταίαν εξόντωσιν και τον μηδενισμόν, όθεν δεν μου φαίνεται δίκαιον το να αδιαφορήσουν  οι Βασιλείς’’. Άμεση η αντίδραση του Μέτερνιχ, ο οποίος απήντησε με έντονο και προσβλητικό τρόπο, ‘’Κύριε Κόμη, Η Ευρώπη δεν γνωρίζει Έλληνας, γνωρίζει την Οθωμανικήν Αυτοκρατορίαν υπό της οποίας την εξουσίαν είναι οι κατοικούντες σ’αυτήν Έλληνες. Δια τούτο φαίνεται κύριε Κόμη υποστήριξες τόσον, και άφησες εκτός συνδέσμου της Ιερής Συμμαχίας το απέραντον οθωμανικό κράτος, αλλά δεν θα επιτύχεις τις ελπίδες σου περί τούτων.’’ Και να φαντασθεί κανείς, ότι η Βιέννη είχε πολιορκηθεί κατά το παρελθόν δύο φορές από τους Οθωμανούς. Το Συνέδριο της Βιέννης παγίωνε το υπάρχον ευρωπαϊκό status quo. Από το 1815 μέχρι το έτος 1848 που χαρακτηρίσθηκε ως η ΄’Άνοιξη των Εθνών’’ ή η ‘’Άνοιξη των Λαών’’ καθώς είχαμε το ξέσπασμα των φιλελεύθερων αστικών επαναστάσεων σε ολόκληρη σχεδόν την ευρωπαϊκή ήπειρο, μόνον δυο επαναστατικά κινήματα ευδοκίμησαν στο ενδιάμεσο. Το πρώτο των Ελλήνων το 1821 και το δεύτερο του Βελγίου το 1830, χωρίς όμως να είναι συγκρίσιμα μεταξύ τους. Η υπόθεση του Βελγίου ήτο μια εύκολα διαχειρίσιμη   υπόθεση. Ήτο μια εσωτερική τακτοποίηση στα του Βασιλείου της Ολλανδίας, στο οποίο αναγκαστικώς είχε προσαρτηθεί το Βέλγιο μετά από απαίτηση της Αγγλίας το 1815 κατά το Συνέδριο της Βιέννης. Η δική μας όμως περίπτωση ήταν τελείως διαφορετική. Προσέκρουε στον σκληρό πυρήνα του Μετερνίχειου δόγματος. Επρόκειτο για αλλαγή του ευρωπαϊκού status quo. Τα πράγματα γινόταν ακόμη πιο δύσκολα, καθώς μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας είχαν υπογραφεί οι περίφημες διομολογήσεις. Οι διομολογήσεις, ήτο εμπορικές συμφωνίες με τις οποίες οι πολίτες ενός ευρωπαϊκού κράτους που δραστηριοποιούνταν στα εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας και τανάπαλιν, αποκτούσαν ελευθερία εμπορίου, απαλλάσσονταν από τη φορολογία και περνούσαν στην εξουσία των προξενείων των χωρών τους. Κάτι σαν ετεροδικία. Οι διομολογήσεις είχαν υφάνει ένα βαθύ πλέγμα αμφίδρομων συμφερόντων μεταξύ της οθωμανικής αυτοκρατορίας και των ισχυρών της Ευρώπης. Έτσι, δεν είναι τυχαίο που ο Βρετανικός στόλος της Μεσογείου κατά τα πρώτα επαναστατικά  χρόνια αντιμετώπιζε τα Ελληνικά πολεμικά περίπου ως πειρατικά. Μετά το 1923, όταν υπουργός εξωτερικών ανέλαβε ο Τζώρτζ Κάνιγκ, ο οποίος συνειδητοποίησε ότι ήτο προς το συμφέρον της Αγγλίας ένας ακρωτηριασμός της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, είχαμε μια αλλαγή στάσης και ο  Βρετανικός στόλος αντιμετώπιζε πλέον τους Έλληνες και τους Οθωμανούς ως ίσους εμπόλεμους. Συνεπώς, η εξέγερση δεν είχε να αντιμετωπίσει μόνον τους Οθωμανούς, αλλά και μια εχθρική εν αρχή Ευρώπη.

Η επανάσταση του 1821 απεδείχθη ότι δεν ήτο μια εσωτερική εθνική υπόθεση, αλλά είχε πανβαλκανικές και πανευρωπαϊκες συνέπειες. Ήταν το πρώτο ξύπνημα του εθνικισμού στην κατεχόμενη από τους Οθωμανούς Βαλκανική χερσόνησο, ο οποίος μεταλαμπαδεύθηκε και στους υπόλοιπους Βαλκάνιους με τη γνωστή συνέχεια. Δεν θάταν υπερβολή να πούμε, ότι η εξέγερση του 1821, ήταν η απαρχή της κατάρρευσης μιας τεράστιας αυτοκρατορίας. Υπ’ αυτή την έννοια λοιπόν ξεφεύγει των ορίων ενός απλού εθνικού γεγονότος, και καθίσταται πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο, καθώς ήτο το λάκτισμα που άλλαζε τον χάρτη σε μια μεγάλη γεωγραφική περιοχή. Γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές σταθερές αιώνων κατέρρευσαν. Και  μιας και μιλήσαμε για εθνικισμό, θα πρέπει να πούμε ότι η Οθωμανική αυτοκρατορία ήτο πράγματι μια πολυεθνική κρατική οντότητα. Μόνον που η διάκριση δεν γινόταν  βάσει της εθνότητας αλλά βάσει της θρησκείας. Στη θεοκρατούμενη Οθωμανική αυτοκρατορία δεν υπήρχε εθνοτικός διαχωρισμός αλλά θρησκευτικός. Έτσι διαμορφώθηκαν τα λεγόμενα μιλλέτ, όπου η λέξη μιλλέτ παρέπεμπε σε ένα σύνολο ανθρώπων που πίστευαν την ίδια θρησκεία. Στο Μουσολμανικό μιλλέτ στεγαζόταν όλοι Μουσουλμάνοι. Οι Ζιμμήδες, δηλ. οι μη μουσουλμάνοι, ανήκαν στο Εβραϊκό μιλλέτ οι Εβραίοι , στο Αρμενικό μιλλέτ οι Αρμένιοι και στο Ρούμ μιλλέτ όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί. Στο Ρουμ μιλλέτ λοιπόν βρήκε καταφύγιο το δυναστεύομενο Γένος. Υπό τη σκέπη του χριστιανισμού διετηρήθη σε λανθάνουσα κατάσταση η εθνική μας ταυτότητα τα δύσκολα εκείνα χρόνια, και κατάφερε να βγει στην επιφάνεια το 1821. Όλους αυτούς τους αιώνες, η εκκλησία έπαιξε ατύπως και το ρόλο της εθναρχίας. Η θρησκεία ήταν ο συνεκτικός κρίκος με το παρελθόν. Χωρίς αυτήν θα είχαμε εξισλαμισθεί, κάτι που θα σήμαινε απώλεια της εθνικής ταυτότητας και αφομοίωση από τον κατακτητή. Οι ιεροί ναοί δεν ήταν μόνο τόποι λατρείας αλλά και η εθνική μας κατοικία. Ο όρκος ‘’Για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία’’ δεν ήτο τυχαίος. Ήταν το σάβανο που σκέπασε όλους όσους θυσίασαν την ζωή τους στη Μεγάλη Υπόθεση. Νομίζω επίσης, ότι θάταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στην τεράστια συμβολή του παγκόσμιου φιλελληνικού κινήματος. Τέτοια ευρείας επεκτάσεως κινηματική εκδήλωση υπέρ των δικαίων ενός αγωνιζομένου λαού, δεν ματάγινε στην ιστορία. Ας μην λησμονούμε, ότι η μακρινή Αϊτή ήταν η πρώτη χώρα που μας αναγνώρισε, με την επιστολή του προέδρου αυτής Ιωάννου Βόγιερ (Jean Pierre Boyer) προς τον Αδαμάντιο Κοραή, η οποία φέρει ημερομηνία 15 Ιανουαρίου 1822. Εκτιμώ, πως θάταν παράλειψη να μην προσκληθεί στις επίσημες εκδηλώσεις για τον εορτασμό των 200 χρόνων της παλιγγενεσίας.

Δεν ήταν μόνον οι εθελοντές που ήρθαν να πολεμήσουν τον κατακτητή, δεν ήταν τα χρηματικά ποσά που συγκεντρώθηκαν και διετέθησαν υπέρ του αγώνος, αλλά ήταν που το φιλελληνικό κίνημα κατάφερε να μεταστρέψει αδιάφορες και ουδέτερες η ακόμη και εχθρικές κοινωνίες και κυβερνήσεις υπέρ των δικαίων μας. Η έκρηξη του φιλελληνικού κινήματος δεν ήτο βεβαίως τυχαία. Ήτο γέννημα της παραδόσεως μας, της παιδείας μας, του κλασσικού μας πολιτισμού, της ιστορίας μας. Τα διάσπαρτα αρχαία ερείπια έκαναν το θαύμα τους. Ήταν αυτά, που παρότι εγκαταλελλημένα και αποσαθρωμένα από το χρόνο, δεν έπαψαν να βγάζουν πύρινους λόγους και να φλογίζουν καρδιές. Δεν θάταν υπερβολή να πούμε, ότι το σύγχρονο νεοελληνικό κράτος οικοδομήθηκε πάνω στα αρχαία ερείπια.

Ένας εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας όμως έχει έξοδα. Κρατικό ταμείο για να τον αιμοδοτήσει οικονομικά δεν υπήρχε. Την έλλειψη αυτή ήρθαν εν πολλοίς να αναπληρώσουν οι ευεργεσίες. Κολοσσιαίες περιουσίες που τις δημιούργησε το ασίγαστο και δαιμόνιο εμπορικό πνεύμα της φυλής μας τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό διετέθησαν υπέρ του αγώνος. Δεν θα μπω σε ονοματολογία, και γιατί ο περιορισμένος χώρος ενός σημειώματος δεν το επιτρέπει αλλά και γιατί ενδεχομένως να παρέλειπα ή να αδικούσα κάποιους.

Άλλωστε, λίγο πολύ γνωστά είναι τα ονόματα. Θα πω όμως τούτο. Πολλοί και πολλές εξ αυτών πέθαναν στην ψάθα. Στα ύστερα χρόνια της ζωής τους αναγκάσθηκαν να ζητιανεύουν.για να διασφαλίσουν τα προς το ζην. Ήτο αυτό μια απρέπεια που πληγώνει. Διασφάλισαν όμως το ύψιστο. Πέρασαν στην αιωνιότητα. Βεβαίως, η κορωνίδα όλων είναι τα ηρωϊκά γεγονότα, οι ανασκολοπισμοί, οι σφαγές, οι λεηλασίες, τα ολοκαυτώματα, οι ηρωικές μορφές, και ένας ηρωϊκός λαός. Χωρίς όλα αυτά δεν θα υπήρχε επανάσταση, δεν θα υπήρχαν γεγονότα, δεν θα υπήρχε ιστορία. Δεν θα υπήρχε Νεοελληνικό κράτος. Εμείς, ως ελάχιστο φόρο τιμής σε όλους και σε όλα αυτά δεν έχουμε παρά να υποκλιθούμε.

Ψάχνοντας να βρω, ποια ήταν η εσωτερική εκείνη δύναμη που όπλισε τη ψυχή ενός σχεδόν αόπλου λαού εναντίον ενός πανόπλου κράτους έπεσα πάνω σε δύο στίχους του Κωστή Παλαμά.

‘’Η Μεγαλοσύνη των λαών δεν μετριέται με το στρέμμα.

Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα.’’

Νομίζω, ότι είναι η ιδανική εξήγηση. Τα λέει όλα με δύο αράδες ο μεγάλος μας ποιητής. Βεβαίως, οι στίχοι αυτοί είναι και ένα διαχρονικό μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση και κυρίως προς την νέο-οθωμανική ηγεσία της Τουρκίας η οποία ονειρεύεται……..

Και μέρες που είναι, κάποιος να τους πληροφορήσει ότι κρατάμε κάβα μπόλικο από το αθάνατο κρασί του 21. Και είναι και πολύ μεθυστικό το άτιμο. Σε ταξιδεύει σε παλιές ένδοξες στιγμές, και αν ο μη γένοιτο χρειασθεί και σε παρούσες και μελλοντικές. ΗΗ

Διαβάστε επίσης




NEWSLETTER

Ενημερωθείτε πρώτοι για τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορτάζ και παρασκήνιο