Τοπικά

Οι εκλογές του Κινήματος Αλλαγής και τα ελλείμματα της πολιτικής του ταυτότητας

Του Γεωργίου Παπασίμου, Δικηγόρου, Site: http://www.gpapasimos.gr/ Twitter: @PapasimosG

 

Στις δεκαετίες ’50 έως ’70 άνθισε στη Δυτική Ευρώπη η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία μέσω της ισχυρής κεϋνσιανής πολιτικής που ακολουθήθηκε, για την ανασυγκρότηση των ευρωπαϊκών κοινωνιών πάνω στις μεταπολεμικές στάχτες και δημιούργησε ως πρότυπο λειτουργίας το Κράτος Πρόνοιας και το Κράτος Δικαίου στα πλαίσια του κοινωνικού συμβιβασμού Κεφαλαίου και Εργασίας.

Με την επικράτηση όμως της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας μετά την πετρελαϊκή κρίση στα μέσα της δεκαετίας του ’70, τα έως τότε ισχυρά σοσιαλδημοκρατικά ευρωπαϊκά κόμματα, προκειμένου να επιβιώσουν ως κόμματα εξουσίας, ενσωματώθηκαν σταδιακά και πλήρως στο νεοφιλελεύθερο αφήγημα και όχι μόνο ως προς τη διαχείριση της εξουσίας, αλλά υποκατέστησαν τη σοσιαλιστική τους ιδεολογία με ισχυρά νεοφιλελεύθερα δάνεια. Αυτό είχε ως συνέπεια να χάσουν πλήρως τη φυσιογνωμία τους και να αφομοιωθούν ως θεραπαινίδες του επεκτατικού καπιταλισμού, σε βάρος όλων των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων των εργαζομένων και των κοινωνιών.

Στη χώρα μας η υπόθεση της άνθισης της σοσιαλδημοκρατίας υπήρξε αντίστροφη, λόγω των ειδικών πολιτικών συνθηκών, που προκλήθηκαν από τον καταστρεπτικό εμφύλιο πόλεμο του 1946-1949 και το τραγικό εμφυλιοπολεμικό δεξιό κράτος, που κυριάρχησε στην Ελλάδα στις αντίστοιχες δεκαετίες ’50 έως μέσα ’70, με αποκορύφωμα την επτάχρονη επάρατη δικτατορία. Αυτό έχει ως συνέπεια την απουσία και ατροφία σε όλες αυτές τις δεκαετίες των θεσμών, που συναπαρτίζουν το κράτος πρόνοιας και το κράτους δικαίου.

Την αναπλήρωση αυτού του δύσκολου έργου ανέλαβαν και προσπάθησαν να πραγματοποιήσουν οι πρώτες κυβερνήσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στη δεκαετία του ’80. Παρά το γεγονός ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ., λόγω των ειδικών συνθηκών της χώρας, και ιδιαίτερα της πρώτης του δημιουργική περιόδου, δεν μπορούσε να θεωρηθεί τυπικά ως κόμμα της δυτικής ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, αφού διατηρούσε και διακήρυττε ριζοσπαστικότερα προτάγματα, έχοντας ως πυρήνα της δράσης του, την ιδεολογία του «τρίτου δρόμου» προς τον σοσιαλισμό (απέναντι τόσο στην δυτική σοσιαλδημοκρατία όσο και στον σταλινικό κρατισμό της ανατολικής Ευρώπης), αντικειμενικά τα μεγάλα του επιτεύγματα, που παραμένουν έως και σήμερα οι βάσεις στην Ελλάδα, έχουν σοσιαλδημοκρατικό χρώμα. Και αυτά ήταν οι θεσμικές του παρεμβάσεις για τη δημιουργία του Κράτους Πρόνοιας και του Κράτους Δικαίου, ενσωματώνοντας στη δημόσια σφαίρα και τα περιθωριοποιημένα στρώματα από το μετεμφυλιακό κράτος της Δεξιάς, ενοποιώντας έτσι μια διχασμένη χώρα, μέσα και από τις ουσιαστικές στην πρώτη φάση συμμετοχικές διαδικασίες.

Συμπερασματικά, η χώρα μας έχασε τη χρυσή περίοδο της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη (’50 ως ’70). Αναλογικά, θα μπορούσε κανείς να πει ότι και στη περίπτωση αυτή ισχύουν οι συνέπειες από την απώλεια του Ελληνισμού της περιόδου του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού (16ος έως 19ος αιώνας) λόγω της οθωμανικής κυριαρχίας. Οι απώλειες αυτές είναι γεγονός ότι είναι υπεύθυνες για τις μεγάλες διαχρονικές και άλυτες πληγές, που ταλαιπωρούν τη χώρα μέχρι και σήμερα. Στις υπόλοιπες δεκαετίες, από το 1990 έως σήμερα, η Ελλάδα εντάχθηκε πλήρως στο διεθνές αφήγημα του νεοφιλελευθερισμού, με αποτέλεσμα οι θεσμοί του Κράτους Πρόνοιας και Δικαίου, που δομήθηκαν στη δεκαετία του ’80 από τις πρώτες κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου, να υποστούν σοβαρές υπονομεύσεις κατά την περίοδο της ύστερης Μεταπολίτευσης (1990-2009) και χειρουργικές επεμβάσεις χωρίς αναισθητικό κατά την περίοδο του μνημονιακού οδοστρωτήρα (2010-2019).

Σήμερα, η χώρα μας βρίσκεται σε μια ιδιότυπη μεταμνημονιακή περίοδο με χρόνιες μελλοντικές μνημονιακές δεσμεύσεις και ένα τεράστιο δημόσιο χρέος 400 δις ευρώ, βιώνοντας και τα δραματικά αποτελέσματα της πανδημίας του Covid-19. Αντιμετωπίζει παράλληλα και την έντονη τοξικότητα του πολιτικού συστήματος (την μεταμνημονιακή νεκρανάσταση του δικομματισμού ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ), που αδυνατεί να θέσει τις βάσεις για άρση της κρίσης, την απαιτούμενη ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, το χτύπημα του διάχυτου παρασιτισμού και την προστασία των εθνικών συμφερόντων του Ελληνισμού (Ελλάδα, Κύπρος) στην ευρύτερη ρευστή περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, πραγματοποιούνται οι εκλογές για τη νέα ηγεσία του Κινήματος Αλλαγής, που αποτελεί αντικειμενικά τον «φτωχό συγγενή» του πάλαι ποτέ κραταιού ΠΑ.ΣΟ.Κ. Λόγω όμως των παραπάνω συνθηκών, σε συνδυασμό με τον ξαφνικό θάνατο της Φώφης Γεννηματά και της γενναίας προσωπικής της στάσης, δημοσκοπικά εμφανίζεται έντονη κινητικότητα στον ευρύτερο κεντροαριστερό χώρο, δίνοντας έτσι αυτές οι εκλογές ένα ενδιαφέρον στη ρηχή πολιτική τοξική σκηνή της χώρας.

Και αυτό, παρά την πρόδηλη αδυναμία όλων των υποψήφιων Προέδρων του χώρου αυτού να προβούν στην οφειλόμενη σκληρή αυτοκριτική και, μέσω αυτής, την επαναδιατύπωση ενός νέου σχεδίου πολιτικής δράσης, που να συνδέεται με τα συμφέροντα των χειμαζόμενων λαϊκών τάξεων, αλλά και της ανάγκης δημιουργίας ενός ισχυρού δημοκρατικού πατριωτισμού ως «ομπρέλας» για τη διαφύλαξη των εθνικών δικαίων του Ελληνισμού. Δηλαδή, μιας στοιχειώδους προσπάθειας επαναδιατύπωσης μιας αριστερής σοσιαλδημοκρατικής πρότασης στις νέες οξύτατες συνθήκες της χώρας.

Διαβάστε επίσης