Τοπικά

Ο Κεϋνσιανισμός επιστρέφει

Του Αποστόλη Β.Παππά

                                                                                         Δημοτικού Συμβούλου

                                                                                          Δήμου Τρικκαίων.

Το μεγάλο κραχ του 1929 σήμανε το τέλος ενός οικονομικού κύκλου. Η ‘’αόρατη χειρ’’ της αγοράς, ως η αποκλειστική καθοδηγήτρια της ελεύθερης οικονομίας είχε εκμετρήσει το ζην.

Από μόνη της δεν μπορούσε πλέον να ανατάξει την παγκοσμίως κατακρημνισθείσα οικονομία. Χρειαζόταν πλέον  έναν συνδιαχειριστή για να την ανασύρει στην επιφάνεια.

Πρώτος από όλους αυτό το κατάλαβε ο Άγγλος οικονομολόγος Τζών Μέυναρντ Κέυνς. Με τη βαθειά οικονομική σκέψη που διέθετε, διέκρινε, ότι η αναθέρμανση της οικονομίας θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνον μέσα από ένα τεράστιο πρόγραμμα επενδύσεων. Όμως, την πρωτοβουλία αυτή δεν μπορούσε πλέον να την αναλάβει ο χρεωκοπημένος ιδιωτικός τομέας. Τι απέμεινε λοιπόν; Το κράτος. Οι δημόσιες επενδύσεις. Κάπως έτσι εισήχθη η έννοια της δημοσιονομικής πολιτικής στον χώρο της οικονομίας. Για δεκαετίες ήταν ο ισχυρός βραχίονας της οικονομίας. Ισχυρότερος και από τον ιδιωτικό. Ήταν η κυρίαρχη οικονομική συνταγή του δυτικού κόσμου. Αυτή όμως η αλλαγή των οικονομικών συσχετισμών δημοσίου – ιδιωτικού συνοδεύθηκε  και με την αναγκαία πολιτική εναρμόνιση. Η πολιτική απέκτησε την πρωτοκαθεδρία. Αυτή είχε τα κουμάντα. Η οικονομία ακολουθούσε. Από ένα σημείο όμως και μετά, είχαμε κακή χρήση του κεϋνσιανισμού. Ίσως από ενθουσιασμό, ίσως από άγνοια, ίσως από απειρία, ίσως από όλα μαζί υπερβήκαμε τα εσκεμμένα. Ο κεϋνσιανισμός συνδέθηκε με τον κρατισμό. Έτσι, οι δυτικές οικονομίες αποδύθηκαν σ΄ένα αλόγιστο κυνήγι  κρατικοποιήσεων και εθνοκοποιήσεων. Ουκ ολίγες φορές κατέλαβαν και  κατέλυσαν τα ιερά και τα όσια του ιδιωτικού τομέα. Στα καθ ημάς, μέχρι και  τα duty free κρατικοποιήθηκαν. Έλεος. Σε κάποιες περιπτώσεις, όχι ο καθ’ αυτό κεϋνσιανισμός αλλά οι χρήστες αυτού, έγιναν διώκτες του ιδιωτικού τομέα. Μεγάλο κομμάτι του ιδιωτικού χώρου στραγγαλίσθηκε.Το πράγμα δεν άργησε να βαλτώσει. Η οικονομική ισορροπία άρχισε να χάνεται. Στασιμότητα, πληθωρισμός, ελλείματα, βασάνιζαν τις δυτικές οικονομίες. Ήταν η σειρά της Σχολής του Σικάγου. Αποκρατικοποιήσεις, αποεθνικοποιήσεις, συρρίκνωση της δημοσιονομικής πολιτικής, ενίσχυση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας τα κεντρικά στοιχεία της νέας οικονομικής συνταγής. Μαζί με αυτά όμως και απώλεια της πρωτοκαθεδρίας της πολιτικής. Η οικονομία έκανε πλέον τα κουμάντα. Η πολιτική το παρακολούθημα. Ολική ανατροπή. Πλήρη αναστροφή της πυραμίδας. Ώσπου φθάνουμε στην εποχή του κορωνοϊού. Η υγειονομική κρίση με τις αναπόφευκτα βαθιές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες έρχεται να ανατρέψει κάποιες παραδοχές. Η αδρανοποιημένη πολιτική καλείται πλέον να ενεργοποιηθεί και να μπει μπροστάρης στην αντιμετώπιση αυτής της πολυεπίπεδης κρίσης.  Και όταν λέμε πολιτική, εννοούμε το κράτος. Ο υποβαθμισμένος ρόλος της κρατικής παρέμβασης αρχίζει πλέον να αναβαθμίζεται. Όλοι ζητούν όλα από το κράτος. Περίθαλψη, εμβολιασμοί, επιδοτήσεις, ενισχύσεις, φορτώνονται όλα στους κρατικούς ώμους. Καταστρώνονται γιγαντιαία κρατικά προγράμματα, και για την άμεση αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης αλλά και για την επόμενη μέρα. Τα πλέον φιλόδοξα στην αντίπερα του Ατλαντικού. Η εκλογή Μπαϊντεν συνεχίζει να εκπλήσσει θετικά. Παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, η συσσωρευμένη πολιτική εμπειρία είναι αυτή που βοηθάει. Απηλλαγμένος ίσως και από το άγχος  μιας επανεκλογής  δείχνει πιο τολμηρός. Με την ανάληψη των καθηκόντων του εξαγγέλλει πρόγραμμα κρατικής βοήθειας ύψους 1,9 τρις δολαρίων, που παρά τις πρώτες αντιρρήσεις ψηφίζεται τελικά από το Κογκρέσο. Στη συνέχεια ανακοινώνει πρόγραμμα ύψους 3 τρις δολαρίων που αφορά δημόσιες επενδύσεις, πράσινη οικονομία, υγεία, πρόνοια, πάταξη ανισοτήτων κλπ. Κάνει και κάτι άλλο όμως εντελώς πρωτοποριακό. Η χρηματοδότηση του προγράμματος αυτού θα προέλθει από μια αύξηση των φόρων στις επιχειρήσεις από το 21%  στο 28% . Δεν έχω πρόβλημα με το ιδιωτικό επιχειρείν  ούτε με το κέρδος τονίζει. Απλώς, η πολιτική του εμπειρία και σοφία του υπαγορεύουν να ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο. Όσοι κερδίζουν, θα πρέπει να είναι οι οικονομικοί αιμοδότες αυτής της προσπάθειας. Ξεφεύγει από την κλασσική κεϋνσιανή συνταγή, ότι οι δημόσιες επενδύσεις θα πρέπει να χρηματοδοτούνται με δημόσιο χρήμα. Δηλαδή με δανεικά. Ήταν η πάγια συνταγή του παρελθόντος. Σωστή. Τότε όμως ο ιδιωτικός παραγωγικός ιστός ήταν καταστραμμένος  είτε εξ αιτίας της  κρίσεως είτε για πολεμικούς λόγους και δεν μπορούσε να συνεισφέρει.

Σήμερα όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο ιδιωτικός παραγωγικός ιστός είναι άθικτος, και σε πολλές περιπτώσεις όχι μόνον κέρδη αλλά και υπερκέρδη υπάρχουν. Όταν υπάρχουν κάτοχοι περιουσιών 200 δις δολαρίων, όσο περίπου το ΑΕΠ της χώρας μας, και η λογική και η ηθική μας υποδεικνύουν ότι πρέπει να πληρώσουν. Ο κ. Μπάϊντεν, θεωρεί υποχρέωση του ιδιωτικού τομέα  μέσω της φορολόγησης να συνεισφέρει στα δημοσιονομικά προγράμματα. Έτσι, εισάγει τον κεϋνσιανισμό από την πίσω πόρτα, σε μια νέα βεβαίως εκδοχή χωρίς τις ακρότητες του παρελθόντος. Δεν είναι στις προθέσεις του να εθνικοποιήσει την Αμερικανική οικονομία ή ένα κομμάτι αυτής. Να επαναφέρει τον εκτροχιασθέντα καπιταλισμό στις ράγες της κανονικότητας επιθυμεί. Να διασφαλίσει την κοινωνική συνοχή επιδιώκει. Όχι με ισοπέδωση, αλλά με άμβλυνση. Έχει πλήρη συνείδηση, ότι η εθνική συνέχεια και η παγκόσμια ηγεμονία μόνον με συμπαγείς τους κοινωνικούς αρμούς επιτυγχάνεται. Για το λόγο αυτό υπάρχει πρόβλεψη να διατεθούν 400 δις  για κατ’οίκον  κοινοτική φροντίδα σε ηλικιωμένους και άτομα με αναπηρία. Κοντολογίς, ο Τζο Μπάϊντεν δεν είναι ένας κεϋνσιανιστής με την κλασσική έννοια του όρου. Δεν είναι οπαδός της επιστροφής σε ένα σαρωτικό κρατισμό. Μάλλον φαντάζει  ως ένας νεοκεϋνσιανός , που επιδιώκει να αναβαθμίσει το ρόλο του κράτους και να βάλει την πολιτική στην πρώτη θέση, χωρίς όμως να θέτει υπό αμφισβήτηση το ζωτικό χώρο του ιδιωτικού επιχειρείν.

Τη χρυσή τομή της οικονομικής ισορροπίας αναζητά.

Άλλωστε κάθε οικονομική εποχή έχει και τα δικά της δεδομένα.

Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού η Ευρώπη ακολουθεί ασθμαίνουσα. Παραμένει αγκυλωμένη και αγκυρωμένη στο παρελθόν. Καταρτίζει και αυτή κάποια προγράμματα αντιμετώπισης των συνεπειών της πανδημίας,  είναι όμως αναιμικά και προφανώς υπολείπονται σε τόλμη και εύρος των Αμερικανικών.

Υπάρχουν κι εδώ φωνές που ομιλούν για μια πιο διασταλτική οικονομική πολιτική προκειμένου να αναθερμανθεί η οικονομία και να ανακτηθεί το χαμένο έδαφος ώστε αυτή να μπορέσει να σταθεί ισότιμα στις αυριανές προκλήσεις, όμως όλα προσκρούουν στην προτεσταντική ακαμψία της Γερμανίας. Ίσως ένας εισαγόμενος Μπαϊντενισμός από τη Μέκκα του καπιταλισμού να δώσει τη λύση.

 

Διαβάστε επίσης




NEWSLETTER

Ενημερωθείτε πρώτοι για τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορτάζ και παρασκήνιο