Τοπικά

“Ο Χριστός είναι η Ειρήνη μας”

Του Μητροπολίτη πρ. Αυλώνος Χριστοδούλου

ΚΥΡΙΑΚΗ

Θ΄ ΛΟΥΚΑ

Ἐφεσ. 2, 14-22

«Αὐτός γάρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τά ἀμφότερα ἕν…» (Ἐφεσ. 2, 14).

Ἡ σημερινή ἀποστολική περικοπή περιγράφει τό εἰρηνευτικό καί ἑνωποιό ἔργο τοῦ Χριστοῦ μέσα στόν κόσμο: «Αὐτός πραγματικά εἶναι γιά μᾶς ἡ εἰρήνη. Αὐτός ἔκανε τούς δύο ἀντιμαχόμενους κόσμους ἕνα λαό καί γκρέμισε μέ τό σταυρικό Του θάνατο ὅ,τι σάν τεῖχος τούς χώριζε καί προκαλοῦσε ἔχθρα μεταξύ τους».

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἡ εἰρήνη, πρῶτα ἀπό ὅλα μέ τό Θεό καί μετά μέ τούς ἀνθρώπους. Εἰρήνη μέ τό Θεό σημαίνει πώς παραμέρισε τίς ἀνθρώπινες ἁμαρτίες, οἱ ὁποῖες ἀντιστρατεύονται στό Νόμο τοῦ Θεοῦ. Εἰρήνη μέ τούς ἀνθρώπους, γιατί τούς ἔδειξε πώς οἱ ἁμαρτίες συντηροῦν τήν ἔχθρα ἀναμεταξύ τους καί τούς ἀποκάλυψε νέο τρόπο κοινωνίας μεταξύ τους τήν ἀγάπη.

Ἡ ἀγάπη συμφιλίωσε τούς Ἰουδαίους καί τούς εἰδωλολάτρες καί πρόσφερε τήν εἰρήνη, πού σέ ἔσχατη ἀνάλυση ταυτίζεται μέ τή σωτηρία, μέ τόν Ἴδιο τό Χριστό, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι μόνο ἡ ζωή μας (Κολ. 3, 4), ἀλλά καί ἡ εἰρήνη μας στή σημερινή περικοπή. Ὁ Χριστός μέ τό Εὐαγγέλιό Του κατάργησε τόν τρόπο τῆς ἑρμηνείας πού ἔδιναν στό Νόμο οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι, παρουσιάζοντας τό δικό του πνεῦμα καί φέρνοντας τήν εἰρήνη. Γιά νά γίνει αὐτό, ὅμως, πραγματικότητα «θανάτωσε μέ τό Σταυρό Του τήν ἔχθρα, ἕνωσε τούς δύο πρώην ἐχθρούς σέ ἕνα σῶμα καί τούς συμφιλίωσε μέ τό Θεό.

Θά ρωτήσει κάποιος: Τί εἶναι ἡ σωτηρία; Ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία Του εἶναι ἡ σωτηρία, γιατί γι’ αὐτήν ὁ Χριστός σταυρώθηκε καί γιατί σέ αὐτήν ὁ Χριστός ἔδωσε τή δυνατότητα νά μυσταγωγεῖ τόν ἄνθρωπο μέσῳ τῶν μυστηρίων καί δι’ αὐτῶν νά βάζει τό πόδι του στό πρῶτο σκαλοπάτι καί σιγά-σιγά καί στά ὑπόλοιπα τῆς κλίμακας πού ὁδηγεῖ στόν Παράδεισο τοῦ Θεοῦ. Σωτηρία ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία δέν ὑπάρχει!

Ἄρα, λοιπόν, τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στούς Ἰουδαίους καί στούς Εἰδωλολάτες διά τοῦ Χριστοῦ μπορεῖτε νά πλησιάσετε τό Θεό Πατέρα καί νά ζήσετε μέσα στή χάρη καί στή χαρά τῶν δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού δέν ἐξαιρεῖ τούς Ἐθνικούς, ἀλλά δίνεται σέ ὅλους (Πράξ. 10, 45). Κατά συνέπεια καί οἱ Ἰουδαῖοι καί οἱ Εἰδωλολάτρες, ἐφόσον μετανοήσουν καί βαπτιστοῦν,[1] δέν εἶναι, πιά, ξένοι καί χωρίς δικαιώματα, ἀλλά ἀνήκουν στό λαό τοῦ Θεοῦ, στήν οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ἰσραηλιτικός λαός εἶχε ἐκλεγεῖ ἀπό τό Θεό (Δευτερ. 4, 37), γιά νά ἀποκλείσει ἕνα ἔθνος πού θά ξεχώριζε ἀπό τούς Εἰδωλολάτρες· στό λαό τῆς χάριτος, ὅμως, δέν ἰσχύει τό ἴδιο, γιατί ἡ Ἐκκλησία δέν περιλαμβάνει ἕνα ἔθνος, ἀλλά ἀνθρώπους ἀπό ὅλα τά ἔθνη. Τό κοινό τους γνώρισμα εἶναι ἡ ἐκλογή τους ἀπό τό Θεό, στήν ὁποία στηρίζεται ἡ ἑνότητα καί ἡ κοινωνία τους.

Ὁ Κύριος οἰκοδομεῖ ὅλους μεταξύ τους, γιά νά γίνουν πνευματική κατοικία τοῦ Θεοῦ, γιατί, πράγματι ὁ Χριστός «εἶναι γιά μᾶς ἡ εἰρήνη … καί ἔκανε τούς δύο ἀντιμαχόμενους κόσμους ἕνα λαό…».

[1] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ἐφεσ. Ὁμ. 5, 1, PG 62, 40.

Διαβάστε επίσης




NEWSLETTER

Ενημερωθείτε πρώτοι για τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορτάζ και παρασκήνιο