Τοπικά

Προς αναζήτηση μιας νέας 3ης Σεπτέμβρη και ενός νέου πολιτικού υποκειμένου αλλαγής

Του Γεωργίου Παπασίμου Site: http://www.gpapasimos.gr/ Twitter: @PapasimosG

 

 

Η φετινή επέτειος της διακήρυξης της 3ης του Σεπτέμβρη από τον Ανδρέα Παπανδρέου, σχεδόν μισό αιώνα μετά (48 χρόνια), συμπίπτει με τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική καταστροφή, σημείο καμπής στην νεοελληνική ιστορία, όπου το ελληνικό Έθνος συρρικνώθηκε εντός του πλαισίου του νεοελληνικού κράτους και βρίσκεται αντιμέτωπο σήμερα με την απύθμενη τουρκική θρασύτητα και ένα διακηρυγμένο οιονεί υβριδικό πόλεμο, που ανά πασά στιγμή μπορεί να μετατραπεί σε θερμό. Συμπίπτει ακόμα και με την πρόδηλη έντονη παρακμή του πολιτικού συστήματος, που με κορυφή του παγόβουνου το σύστημα παρακολουθήσεων πολιτικών αντιπάλων δείχνει στο έπακρο το λασπώδες έδαφος, που κινείται τις τελευταίες δεκαετίες.

Η διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη το 1974 αποτέλεσε, αναμφισβήτητα, ένα εκ των σημαντικότερων πολιτικών – ριζοσπαστικών ντοκουμέντων της σύγχρονης Ιστορίας της Ελλάδας, που διατηρεί ως σήμερα την πολιτική στιλπνότητα της. Οι κεντρικοί στόχοι και τα αιτήματα που έθεσε αυτή πρωτοποριακά το 1974 αφορούν αναλογικά με εντυπωσιακό μάλιστα τρόπο τις σημερινές ισχύουσες σε ιδεολογικό, πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο συνθήκες και αρνητικές εξελίξεις στη χώρα μας σε συνδυασμό με τις παγκόσμιες εξελίξεις του αρπακτικού παγκόσμιου καπιταλισμού και των σαρωτικών γεωπολιτικών ανακατατάξεων.

Η διακήρυξη αυτή αποτύπωσε, συμβόλισε, αλλά, κυρίως, συγκρότησε κάτω από την ιδεολογική της «ομπρέλα», τον αριστερόστροφο ριζοσπαστισμό της Ελληνικής κοινωνίας, που διαμορφώθηκε καθ’ όλη την μετεμφυλιακή περίοδο με αποκορύφωση την χουντική επταετία. Το νεοσύστατο, τότε, ΠΑ.ΣΟ.Κ. έγινε ισχυρή πολιτική δύναμη και κυριάρχησε στην πολιτική ζωή κατά την Μεταπολίτευση, επειδή εξέφρασε πολιτικά και ιδεολογικά τα λαϊκά στρώματα (εργάτες, αγρότες, αυτοαπασχολούμενοι, μικρομεσαίοι), που ασφυκτιούσαν από την πολιτική καταπίεση και το παρακράτος της Δεξιάς, καθώς και από την έντονη κοινωνική και οικονομική τους περιθωριοποίηση, κατά την μετεμφυλιακή περίοδο. Έτσι, πέτυχε αυτή την πολιτική «ηγεμονία», γιατί εξέφρασε την μεγάλη συλλογική προσδοκία των στρωμάτων αυτών, η οποία αφορούσε τον εκδημοκρατισμό της χώρας, την οριστική υπέρβαση των διαιρέσεων του Εμφυλίου, την εθνική χειραφέτηση από τις χονδροειδείς εξωτερικές πολιτικές εξαρτήσεις και, τέλος, την δημιουργία μιας σύγχρονης κοινωνίας, με δίκαιη οικονομική ανάπτυξη και με ισχυρά στοιχεία Κράτους Δικαίου και Πρόνοιας, ευρωπαϊκού προσανατολισμού.

Η σταδιακή απομάκρυνση από το γράμμα και το πνεύμα της 3ης του Σεπτέμβρη, που εμφανίσθηκε, σταδιακά κατά την άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας από το ΠΑ.ΣΟ.Κ., κορυφώθηκε την περίοδο της εκσυγχρονιστικής διακυβέρνησης (1996-2004), κατά την οποία κυριάρχησε ο τεχνοκρατικός και οικονομίστικος διαχειριστικός λόγος, με πλείστα όσα νεοφιλελεύθερα ιδεολογικά «δάνεια» και γιγαντώθηκε κατά την περίοδο της διετίας 2009 – 2011, με την εισδοχή του Δ.Ν.Τ. και την αποδοχή των καταστρεπτικών μνημονίων, που «κονιορτοποίησε» κάθε στοιχείο του γράμματος και του πνεύματος της διακήρυξης της 3ης του Σεπτέμβρη.

Παρά τα σημαντικά επιτεύγματα που έχουν γίνει στο επίπεδο της χώρας από το 1974 σε εθνικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, με ιδιαίτερα σημαντική συνεισφορά σε επίπεδο κοινωνικών ανατροπών και δημοκρατικών ολοκληρώσεων από τα κατάλοιπα του εμφυλίου και της μισαλλαδοξίας της δεξιάς στην Ελλάδα των κυβερνήσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. της περιόδου 1981-1989, τα αιτήματα για Εθνική Ανεξαρτησία, Λαϊκή Κυριαρχία και Κοινωνική Δικαιοσύνη παραμένουν για την Ελλάδα περισσότερο από ποτέ ζητούμενα. Η επελθούσα οικονομική χρεωκοπία της χώρας και η επιβληθείσα οικονομική κηδεμονία από το 2010 κατέδειξε το ευάλωτο και εύθραυστο της σύγχρονης πορείας της, καθώς και τη συντριβή των προσδοκιών, που δημιουργήθηκαν στην Μεταπολίτευση για ριζική αλλαγή σελίδας. Οι διαχρονικές πληγές και στρεβλώσεις, που διατρέχουν όλη την σύγχρονη ιστορία της, ουδέποτε εξαλείφθησαν, απλώς μεταμορφώθηκαν κρατώντας την χώρα πίσω. Ειδικότερα, στα εθνικά ζητήματα, τα σημάδια τους είναι πολύ έντονα εξαιτίας της υπονόμευσης της αποτρεπτικής δύναμης της χώρας και των κατευναστικών πολιτικών απέναντι στον τουρκικό αναθεωρητισμό, που απειλεί ευθέως τον Ελληνισμό (Ελλάδα – Κύπρος).

Οι αιτίες αυτής της αρνητικής εξέλιξης και της απώλειας μιας μεγάλης ευκαιρίας για την ισχυροποίηση της χώρας κατά τη περίοδο της Μεταπολίτευσης, που υπήρξε αντικειμενικά η μεγαλύτερη ιστορικά ήρεμη περίοδος με μεγάλα συγκριτικά πλεονεκτήματα είναι πολλές και σύνθετες και έχουν να κάνουν κυρίως με την μη ίαση των διαχρονικών πληγών του σύγχρονου ελληνικού κράτους (έλλειψη αστικής εθνικής τάξης, πελατειακό κράτος, ασθενική κοινωνία πολιτών, εργαλειακή αντιμετώπιση των θεσμών, κλπ). Τη μεγαλύτερη ευθύνη φέρει το πολιτικό σύστημα και το πολιτικό προσωπικό, που κυβέρνησε την περίοδο της Μεταπολίτευσης και ειδικότερα της ύστερης και της μνημονιακής κηδεμονίας, παραμένοντας  ως σήμερα στη διαχείριση της εξουσίας, υπό τη μορφή εναλλασσόμενου τοξικού δικομματισμού μετατρεπόμενο σε «σάρκα εκ της σαρκός» της παρασιτικής οικονομικής ολιγαρχίας και σε αυτοτελές βαρίδι, που επικάθεται ως γάγγραινα στα πλευρά τα κοινωνίας.

Σήμερα η Ελλάδα αντιμετωπίζει τεράστιους κινδύνους σε εθνικό, πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Για την υπέρβαση αυτής της κρίσης απαιτείται η πρόταξη ενός ριζοσπαστικού προγράμματος εθνικής πνοής. Η ενδογενής ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας, η ουσιαστική εμβάθυνση και ανάταξη της παιδείας, η προστασία των μεσαίων και χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων, η ανακοπή της δημογραφικής κατάρρευσης, η εμβάθυνση και προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και των ατομικών και συλλογικών εγγυήσεων κάθε Έλληνα πολίτη και η αντιμετώπιση του τουρκικού επεκτατισμού μέσω μιας νέας εθνικής στρατηγικής αποτροπής, αποτελεί το αναγκαίο περιεχόμενο μιας νέας 3ης Σεπτέμβρη στη σημερινή συγκυρία. Αυτό όμως είναι η μια πλευρά του εκκρεμούς, καθώς απαιτείται η αντιστοίχιση της με τη δημιουργία ενός νέου πολιτικού υποκείμενου αλλαγής, που θα αναλάβει να την εφαρμόσει. Και εδώ βρίσκεται το μείζον πολιτικό πρόβλημα της χώρας, δηλαδή η ανάγκη κάλυψης του μεγάλου πολιτικού κενού, που συνεχίζει να διευρύνεται, με τη δημιουργία ενός νέου δημοκρατικού πατριωτικού προοδευτικού πολιτικού κινήματος από τις υγιείς διάσπαρτες κοινωνικές δυνάμεις, που δεν είναι εγκλωβισμένες στην κυριαρχούσα νοσηρή κομματοκρατία και όσων εξ αυτών είναι μεν καθηλωμένες από αυτήν, αλλά όχι διαβρωμένες και το οποίο θα θέσει προς επίλυση τα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα της Ελλάδος.

 

Διαβάστε επίσης