Τοπικά

Στη μνήμη του Θανάση Κωλέττη

Πριν λίγες μέρες έφυγε από τη ζωή ένας σπουδαίος άνθρωπος, ο Θανάσης Κωλέττης. Πέραν από τα άτομα του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος, με τον απέραντο θησαυρό μνήμης και συναισθημάτων που έχουν να καταθέσουν, όλοι όσοι τον γνώρισαν έχουν κάτι σημαντικό να πουν για αυτόν, κάτι αξιομνημόνευτο που είναι άξιο θαυμασμού και κοινωνικής αναγνώρισης.

 

Προσωπικά, αισθάνομαι την ανάγκη να πω δυο λόγια από καρδιάς, που αναδεικνύουν – ενδεικτικά και μόνο – μία από τις πτυχές του σπάνιου χαρακτήρα του. Όταν τον συνάντησα για πρώτη φορά, εντυπωσιάστηκα από την έντονη προσωπικότητά του, την ευφυία του και την αμεσότητα που είχε στην επικοινωνία του. Σε κατακτούσε με το ήθος, το χιούμορ και το πηγαίο χάρισμα της ενσυναίσθησης που διέθετε. Στήριζε ανθρώπους, που τα κοινωνικά ταμπού τούς περιθωριοποιούσαν. Ως δικηγόρος με κύρος και φήμη, συνδύαζε αθόρυβα και με εξαιρετικό τρόπο τον επαγγελματισμό με την ανθρωπιά, τη μαχητικότητα για τις διαχρονικές αξίες, με το ρεαλισμό και την κριτική σκέψη. Ήταν αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν το ΠΑΣΟΚ μόλις είχε αναλάβει την εξουσία και η χώρα περνούσε τη φάση της μετάβασης από μία περίοδο με μετεμφυλιακά χαρακτηριστικά, σε μία άλλη, η οποία, εκτός από ορισμένα θετικά στοιχεία, είχε και τα αρνητικά της, όπως αυτό του υπεραπλουστευμένου «προοδευτισμού», που θεωρούσε ότι από μόνο του το αδιάκριτο γκρέμισμα και η πολεμική ενάντια σε ορισμένους θρησκευτικούς θεσμούς θα απέβαιναν αυτομάτως προς όφελος των φτωχότερων τάξεων, γιατί έτσι δήθεν επιτυγχάνεται η αφύπνισή τους και παραχωρείται σε αυτές ένα μέρος δύναμης και εξουσίας. Όσο στείρος, δηλαδή, ήταν ο συντηρητικός λογιοτατισμός, η απροσάρμοστη προγονοπληξία και η υποκριτική – χωρίς κανένα αντίκρισμα – «εθνικοφροσύνη» των προηγούμενων πολιτικών καταστάσεων, άλλο τόσο άγονος και αντιδιαλεκτικός αποδεικνυόταν ο κοντόφθαλμος οικονομισμός και ο ανιστόρητος «εκσυγχρονισμός» εκείνων που ακολούθησαν, διακηρύσσοντας την πολιτική αναγέννηση με τον ιδιότυπο λαϊκισμό της εποχής εκείνης.

Προέκυψε τότε ένα πρόβλημα που αφορούσε τη Μονή Σταγιάδων, ένα μοναστήρι που κάποτε ήταν από τα πλουσιότερα της περιοχής, έγινε όμως με τα χρόνια ένα από τα πιο φτωχά. Το μόνο περιουσιακό στοιχείο που τού είχε απομείνει για να συντηρείται, ήταν ένα δάσος στο Ρίγκλοβο που τού παρείχε λίγα έσοδα μέσω της νόμιμης ξυλοκοπής. Ορισμένοι κάτοικοι όμως ενός διπλανού χωριού, θεώρησαν το πολιτικό κλίμα πρόσφορο για να αναλάβουν αυθαίρετη δράση και, φορώντας κουκούλες (όπως οι διαρρήκτες τραπεζών) λεηλατούσαν επανειλημμένα το δάσος προς ίδιον όφελος, χωρίς να παρεμποδίζονται από την αστυνομία ή από άλλη υπεύθυνη κρατική αρχή, ενώ συγχρόνως επιτίθεντο στους ανθρώπους του Μοναστηριού που πήγαιναν εκεί. Παρόλο που δίπλα υπήρχαν και ιδιωτικά δάση, αυτά δεν τα πείραζαν. Με τον τρόπο αυτό, ένα ιστορικό κομμάτι του πολιτισμού μας οδηγούνταν σε αφανισμό κι εμείς διατρανώναμε πως τα ζωντανά ιστορικά μνημεία για μας δεν σήμαιναν τίποτα.

Δραστηριοποιήθηκα αμέσως κάνοντας προσπάθειες να απευθυνθώ σε τοπικούς πολιτικούς παράγοντες, οι οποίες όμως έπεσαν στο κενό. Είναι αλήθεια ότι ο τοπικός Τύπος δέχτηκε να δημοσιοποιηθεί το θέμα με σχετικά άρθρα μου, που και αυτό δεν είχε κάποιο αποτέλεσμα.. Όλοι οι ιθύνοντες υπολόγιζαν το δικό τους πολιτικό και κομματικό κόστος. Την ίδια στιγμή η προσφυγή του Μοναστηριού στη Δικαιοσύνη ήταν δύσκολη, καθώς αυτό δεν μπορούσε να πληρώσει την αμοιβή που ζητούσαν οι δικηγόροι. Τότε, φίλοι μου από τα Τρίκαλα μού πρότειναν να απευθυνθώ στον δικηγόρο Θανάση Κωλέττη. Έτσι γνωριστήκαμε και από τότε μας συνέδεσε στενή φιλία. Συζήτησα μαζί του την υπόθεση και μου είπε ότι η λύση είναι μονόδρομος: έπρεπε να ακολουθηθεί η δικαστική οδός.

Στην ερώτησή μου πόσα χρήματα θα χρειαζόταν ώστε ο ίδιος να αναλάβει την υπόθεση αυτή, μου απάντησε ότι δεν θα έπαιρνε αμοιβή λέγοντας: «Όταν υπηρετείς την υπόθεση της διάσωσης της πολιτιστικής σου κληρονομιάς, αυτό από μόνο του είναι ανταμοιβή και ιερή υποχρέωση απέναντι στην Ιστορία του τόπου σου και στις νέες γενιές». Η δικονομική διαδικασία διήρκεσε κάποια χρόνια, τελικά όμως, μαζί με τον αξιόλογο αυτόν άνθρωπο, το Μοναστήρι δικαιώθηκε καθώς η Δικαιοσύνη χαρακτήρισε τις αυθαίρετες και επιθετικές ενέργειες των χωρικών ως παράνομες και τις καταδίκασε, έστω και ανωνύμως, αφού τα πρόσωπά των δραστών ήταν καλυμμένα.

Στην τελευταία συνομιλία που είχα με τον Θανάση, συζητήσαμε επίσης και για τη Μάχη της Μερίτσας, μία από τις ενδοξότερες μάχες της νεότερης τοπικής ιστορίας, η οποία μετά από 80 χρόνια, δεν έχει ακόμα αναγνωριστεί ως μάχη εθνικής αντίστασης, ενώ το κτίριο-σύμβολο του ΟΣΕ (με την επωνυμία «Δεκαοκτώ») που ήταν τόπος συγκέντρωσης των οργανωτών της μάχης, γκρεμίστηκε φέτος από το χιονιά, χωρίς να έχει εισακουστεί το αίτημα να γίνει το κτίριο αυτό ιστορικός εκθεσιακός χώρος.

Όταν του ανέφερα ότι και σε αυτή την περίπτωση οι τοπικοί άρχοντες έδειξαν πλήρη αδιαφορία, μου είπε ο Θανάσης: «Κατά πως φαίνεται, η ιστορία επαναλαμβάνεται…» και αστειευόμενος, πρόσθεσε: «Τι να κάνουμε όμως; Γι’ αυτό το θέμα δεν μπορούμε να προσφύγουμε στη Δικαιοσύνη…». «Όμως να ξέρεις» συνέχισε, «η ιστορία δεν θάβεται όσο και αν κάποιοι με τον τρόπο τους το αποφασίσουν. Κάποτε θα τελειώσουν οι έχθρες του εμφυλίου και αυτά που έχεις καταγράψει για τη μάχη αυτή στην ιστοσελίδα που δημιούργησες, που δυστυχώς δεν μπορώ πια να βλέπω για να διαβάσω, ίσως να αναδυθούν σαν κάτι από τίποτα».

Όπως ακριβώς έγινε και με το Μοναστήρι, σκέφτηκα, στη γιορτή που έγινε το 2004 για τα χίλια χρόνια της ύπαρξής του, στην οποία παρέστησαν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο τότε Αρχιεπίσκοπος της Ελλάδας. Όλοι εκείνοι οι πολιτικοί άρχοντες, που αδιαφορούσαν για τα δρώμενα ενάντια στο Μοναστήρι ήταν πρώτοι-πρώτοι στην εκδήλωση, παριστάνοντας ότι τιμούσαν το μνημείο αυτό ως πολιτιστικό θεσμό. Και, συμφωνώντας μαζί του, θύμισα στο Θανάση τα λόγια του Εδουάρδο Γκαλεάνο , Ουρουγουανός δημοσιογράφος, λογοτέχνης και συγγραφέας, μία από τις εξέχουσες προσωπικότητες της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας: «Δεν υπάρχει ιστορία βουβή. Όσο και να την τσουρουφλίσουν, όσο και να την τσακίσουν, όσα ψέματα να πουν, η ανθρώπινη ιστορία αρνείται να κλείσει το στόμα της»

Θανάση μου, Άνθρωποι σαν εσένα ζουν στις καρδιές όλων αυτών που τούς συμπαραστάθηκες, όλων αυτών που σε γνώρισαν και σε αγάπησαν. Καλό σου ταξίδι.

Αριστοτέλης Ράπτης

Ομ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών__

Διαβάστε επίσης