Ροή Τοπικά

Τρίκαλα. Σύγχρονη αντιμετώπιση των οστεοπορωτικών καταγμάτων της σπονδυλικής στήλης

Η οστεοπόρωση είναι η πιο γνωστή μεταβολική πάθηση των οστών. Κύριο γνώρισμά της αποτελεί η προοδευτική μείωση της πυκνότητας των οστών και η μεταβολή της ποιότητάς τους. Αναπτύσσεται σιγά σιγά χωρίς συμπτώματα και επηρεάζει κυρίως τις γυναίκες που βρίσκονται στην κλιμακτήριο ή την εμμηνόπαυση. Σημαντική αύξηση παρουσιάζει και το ποσοστό των ανδρών που έχουν διαγνωσθεί με οστεοπόρωση τα τελευταία χρόνια. Με βάση τα τελευταία βιβλιογραφικά δεδομένα περίπου 200 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως  υποφέρουν από οστεοπόρωση.

Ανάλογα με την αιτιολογία διακρίνεται σε πρωτοπαθή οστεοπόρωση (ιδιοπαθής, μετεμμηνοπαυσιακή, οστεοπόρωση τρίτης ηλικίας) και δευτεροπαθή (συνέπεια ρευματικού νοσήματος, ενδοκρινολογικής διαταραχής, παρατεταμένης χρήσης κορτικοστεροειδών ή ανεπαρκούς κινητοποίησης). Η διάγνωση γίνεται κυρίως με τη μέτρηση της οστικής πυκνότητας. Αντιμετωπίζεται με τη χορήγηση συνδυασμένης φαρμακευτικής αγωγής, όπως βιταμίνης D, ασβεστίου, διφωσφονικών κλπ. Η παρουσία της οστεοπόρωσης αυξάνει, κατά 40% στις γυναίκες και 13% στους άνδρες, την πιθανότητα καταγμάτων από ένα απλό πέσιμο ή ακόμη και από μικρές καθημερινές δραστηριότητες χωρίς εμφανή μηχανισμό κάκωσης.

Σε παγκόσμια κλίμακα το 50% των οστεοπορωτικών καταγμάτων συναντάται στην θωρακική και θωρακο-οσφυική ζώνη της σπονδυλικής στήλης (ΣΣ). Τα υπόλοιπα συμβαίνουν στο ισχίο και την περιοχή του καρπού. Στην οξεία φάση ο ξαφνικός πόνος, που χειροτερεύει με τις δραστηριότητες, είναι το πιο συχνό σύμπτωμα. Ακολουθεί η προοδευτική απώλεια του ύψους και η πρόσθια κάμψη του κορμού. Ο κλινικός έλεγχος σε συνδυασμό με τις κατάλληλες απεικονιστικές εξετάσεις είναι απαραίτητος για τη διάγνωση. Καταστάσεις που μπορεί  να μιμηθούν την οστεοπόρωση, όπως λοιμώξεις της ΣΣ, μεταβολικά νοσήματα και όγκοι των οστών, πρέπει να αποκλειστούν.

Στην πλειοψηφία τους τέτοιες κακώσεις αντιμετωπίζονται συντηρητικά. Οι βασικές αρχές περιλαμβάνουν αναλγησία, γρήγορη κινητοποίηση και αποκατάσταση και πρόληψη νέων κακώσεων. Ο πόνος στις συγκεκριμένες κακώσεις εμφανίζει σημάδια βελτίωσης σε 2-3 εβδομάδες και εξαφανίζεται περίπου σε 10-12 εβδομάδες. Οπότε η αποτελεσματική αναλγησία είναι απαραίτητη προκειμένου να μειωθεί ο χρόνος παραμονής στο κρεβάτι και να αποφευχθούν οι ανάλογες επιπλοκές. Η χρήση κατάλληλων κηδεμόνων, η κινησιοθεραπεία και η αντιοστεοπορωτική αγωγή βοηθούν προς την κατεύθυνση αυτή.

Αν και η πρόγνωση στις περισσότερες περιπτώσεις είναι καλή, το 30% των ασθενών αναπτύσσει επώδυνη ψευδάρθρωση, προοδευτική κύφωση και νευρολογικές διαταραχές. Για τους ασθενείς που εξακολουθούν και βιώνουν πόνο σε μόνιμη βάση, που δεν ανταποκρίνονται στη συντηρητική προσέγγιση καθώς και σ’ αυτούς που αναπτύσσεται επώδυνη ψευδάρθρωση, συνιστάται η διαδερμική έγχυση φαρμακευτικού τσιμέντου με τις τεχνικές της σπονδυλοπλαστικής ή της κυφοπλαστικής. Πρόκειται για ελάχιστα παρεμβατικές μεθόδους και αποτελούν την πιο σύγχρονη αντιμετώπιση τέτοιων περιπτώσεων.

Στην διαδερμική σπονδυλοπλαστική με τη χρήση ειδικών βελονών και την ακτινολογική καθοδήγηση γίνεται έγχυση τσιμέντου στον αποδυναμωμένο σπόνδυλο για ενίσχυση και σταθεροποίηση του κατάγματος. Η κυφοπλαστική αποτελεί παραλλαγή της σπονδυλοπλαστικής κατά την οποία πριν από την έγχυση του τσιμέντου γίνεται αποκατάσταση του ύψους του σπονδύλου με τη χρήση ειδικού μπαλονιού. Πρόκειται για μικρής διάρκειας επέμβαση. Ο ασθενής έχει σημαντική μείωση έως πλήρη εξάλειψη του πόνου με το τέλος της επέμβασης. Κινητοποιείται άμεσα και εξέρχεται της κλινικής εντός 24ώρου περιπατητικός. Η αποκατάσταση και η επιστροφή στις δραστηριότητές του είναι σχετικά σύντομη. Το ποσοστό επιτυχίας των 2 μεθόδων κυμαίνεται από 85% έως 92%.

Εκτός από τα οστεοπορωτικά κατάγματα οι συγκεκριμένες τεχνικές μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην αντιμετώπιση μεταστάσεων στην ΣΣ, σπονδυλικών αιμαγγειωμάτων και χρόνιων καταγμάτων από τραυματισμό. Αντενδείκνυνται σε πωρωμένα κατάγματα, σε δισκοκήλη ή αρθριτικό πόνο, ως μέτρο πρόληψης οστεοπορωτικών καταγμάτων, για τη διόρθωση της κύφωσης, όταν υπάρχει πίεση των νευρικών στοιχείων κλπ. Είναι αυτονόητο ότι τέτοιου είδους παρεμβάσεις πραγματοποιούνται μόνο από γιατρούς εξειδικευμένους στη χειρουργική της ΣΣ και στη διαδερμική έγχυση τσιμέντου.

Για τα σπονδυλικά κατάγματα που εμφανίζουν μεγάλου βαθμού καθίζηση ή υπάρχει πίεση των νευρικών ριζών ή του νωτιαίου μυελού επιλέγεται η λύση της σπονδυλοδεσίας σε συνδυασμό με την αποσυμπίεση.

Η εμφάνιση των οστεοπορωτικών καταγμάτων αυξάνει σταθερά με την ηλικία. Η πρώιμη ανίχνευση της οστεοπόρωσης, η σωστή διαχείριση των προδιαθεσικών παραγόντων και η επιμόρφωση των ασθενών μπορούν να συμβάλουν στη μείωση τους. Τελικά η πρόληψη είναι το σημείο-κλειδί.

 

Απόστολος Αθ. Λαγάρας

Χειρουργός Ορθοπαιδικός

Διαβάστε επίσης







NEWSLETTER

Ενημερωθείτε πρώτοι για τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορτάζ και παρασκήνιο